………..ΜΑΡΝΕΡΕΙΟΝ ΙΔΡΥΜΑ ……Ηλιάνα Ολ.
Τσιουρακά τσαί Δέφτερα 2026: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #259 : Όννειρε τθο τσύμα #9.
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Οπά έκι τσινούα α δικά μι περιοχή τα βοσκοτόπια μι. Ως οπά έμα κχαμπαίνου ταχκικά να νεμάου τα χκηνά για του καόγεροι, του πνευμακιτσοί μι γονείε.
Ννία ναμέρα, ό ννι ννιουρίζου το πφού, έμα μετςhού τα χκηνά όπφου ννι έμα ποίου ταχκικά, το τσαιρέ έτενη ήγκιαει πενηνταέξε, το νούμερε έκι αναμεταξύ το σαρανταπέντε τσαί το εξήντα κατά τσαιροί.
Ταν αμέρα έτανη α Μοσχούλα, α αγακητέ μι αιγίδα έκι λείπα . Τθο μέτςhημα σ’έμα μπάνου πενηταπέντε. Έκι λείπα λοιπόν α Μοσχούλα μι. Τρομά. Να μπάτσε ννιέ αβράνει οι αητοί στσέμα, αλλά τα λημέρια τουρ αητοί ήγκισει πρεσσιού αψεούτερα, τθο λεκόβραχο τσαί προς τα δυκικά. Το μέρι έκειννι ννι ήγκιαει αποκαούντε αητοφωλία. Αλλά ο ‘κι τσαί τόσιου παράδοξε να ζηλεύαει ταν ομορθία σι τσαί να ννι ‘βουκχιάνει. Έμα κουΐζου σα ζουρλέ!!!
Μοσχούλαααα! Κιά έσι Μοσχούλαααα!…
Να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου τσαί να έχουμε υγεία.
……..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…
Εκεί ξεκινούσε η δική μου περιοχή, τα βοσκοτόπια μου. Ως εκεί κατέβαινα τακτικά, να βοσκήσω τα γίδια για τους καλόγερους, τους πνευματικούς μου γονείς.
Μία ημέρα, δε γνωρίζω το πως, μετρούσα τα γίδια όπως το έκανα τακτικά. Τον καιρό εκείνο ήτανε 56. Το νούμερο ήταν αναμεταξύ το 45 και το 60 κατά καιρούς. Την ημέρα εκείνη η Μοσχούλα η αγαπητή μου κατσίκα έλειπε. Στο μέτρημα τα έβγαζα 55. Έλειπε λοιπόν η Μοσχούλα. Τρόμαξα. Να μήπως την άρπαξαν οι αητοί σκέφτηκα, αλλά τα λημέρια των αετών ήτανε πολύ υψηλότερα στον ασπρόβραχο και προς τα δυτικά το μέρος εκείνο το αποκαλούσαν αϊτοφωλιά αλλά δεν ήταν και τόσο παράδοξο να ζήλεψαν την ομορφιά της και να την βούτηξαν. Έσκουζα σαν τρελός.
Μοσχούλαααα!… που είσαι Μοσχούλαααααα!…..
Να μιλάμε τη γλώσσα μας και να έχουμε υγεία.
……ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…….