ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ

Τσακώνικα με τον Πάνο


………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……… Πολυξένη
Τσιουρακά τσάι Δέφτερα14–15 του Σετθέμπση2025: Α Τσακωνοπαρέα
Παπαδιαμάντη #132: Τύχη από ταν Αμεριτσή #33.
Διαστευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.

—Ανε ο ‘μα παρίου εζού, να φέρου πέντε δεκάρε, τσίπτα από ένταοι άκια να έκι γινούμενε, έκι αού από τάσου σι ο Θανάση… Γάμο μπορεί να έκι γινούμενε αλλά θα έκι φτωχικό, όχι σαν έντενη.
Με το έτρου ννιε κάνε να χαϊδέψει το φάτσελε με του παράδε πφι έκι έχου κατθιτέ ακατούσε από το προστσέφαλε σι. Έκι τθο τελευταίο σκαοπάκι ταρ αρρώστσεια σι τσαί ότσι έκι δαινούμενε να σταϊθεί τθου πούε σι. Εστάτθε λοιπόν, μποίτσε τςhία βήματα τσαί ζυγούτσε τον κρεββάτθα σι. Ατθαήε το προστσέφαλε τσαί ο φάκελε έκι λείπου. Ψαφήτσε το κρεββάτθα όλε, τσίπτα. Ννιε κόβε ψιουχρέ έμπορα…τσαί από όγω του ότσι εσυχήστε ννιε κιάτσε ατςhέ δήχο πφι ννι έκι πρίγκου. —Μάνε, μάτη μι τρευλίε. Α μιτσά Ανθούσα, πφι έκι όρπα να προσέχει το Θανάση, έκι ξοικάζα το πανώριε χορέ με τό τθούμα ανοιχθεί. Σαν εννιάτσε το δήχο δραννήε να οράει το τσι παθήτσε ο Θανάση……
Υγεία θιλενάδε τσαί θίλοι, Αγάκη για τον δίπα νάμου τσαί για τα γρούσσα νάμου…
……….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………

—Αν δεν ερχόμουνα εγώ να φέρω πέντε δεκάρες, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα γινόταν, έλεγε από μέσα το Θανάσης. Γάμος μπορεί να γινόταν, αλλά θα ήταν φτωχικός, όχι σαν αυτόν… Με το έτσι, του ήρθε να χαϊδέψει το φάκελο με τα λεφτά που είχε τοποθετήσει κάτω από το μαξιλάρι του. Ήταν στο τελευταίο στάδιο της αρρώστιας του και δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Στάθηκε λίγο, έκανε τρία βήματα και πλησίασε το κρεβάτι. Σήκωσε το μαξιλάρι και ο φάκελος έλειπε. Έψαξε όλο το κρεβάτι, αλλά τίποτα. Τον έπιασε κρύος ιδρώτας και λόγω του ότι αναστατώθηκε τον έπιασε μεγάλος βήχας, που τον έπνιγε. —Μανα! μανα!!! τραύλισε. Η μικρή Ανθούσα που ήταν εκεί για να τον προσέχει, κοίταζε τον πανώριο χορό με το στόμα ανοιχτό. Σαν άκουσε τον βήχα, έτρεξε να δείχνει το τι έπαθε ο Θανάσης.
Υγεία φιλενάδες και φίλοι αγάπη για τον πλαϊνό μας και για