Νιχάλη φχαριστούντε πρεσσιού
……..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ …..Μιχάλης
Τςhίτα τσαί Τίτιντα 8—9 τουνΑπρίλη 2025: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #86: Α χήρα του Νέομάρτυρα #3
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Ο τσείε Γιάννη ννιε καλησπερίε τσαί ννιε πέτσε .
—Ο ‘ννι έχου ντι ματαορατέ, να μπάτσε έσι από το μοναστσήρι; Πφουρ ετυχήτσε;….Ο ξένε μουρμουρίε: —Έ. έτρου… Μη ρωτήνερε….. τσαί καμούτθε.
Ο τσείε Γιάννη ξερίε ννία ματία τθο φρεσκοσκαφτέ τάφο πφι ο ‘κι στολιστεί με κατάλεκο μάρμαρε σαν τσαί τουρ άλλοι τάφοι.
Μόννιου ένα πρόχερε Σταυρέ από κάλι, πφι έκι δενάχου κιά έκι α τσιουφά του σκωρεμένου νή σκωρετά….
—Έντενη ο τάφο θα ένι τα γρία Χρύσα τα κουφή ούγοιε εκχακχούαει σάμερε… επέτσε ο Τσείε Γιάνη. Ο ‘μα ογή σάμερε ταν αμέρα, αλλά εννιάκα επφέρη τ’αργά ότσι σκωρέτθε. Σ’ ετήνα ένι; νη ο ‘σι ννιουρίζου;— Ναι απογήτθε ο ξένε….
—Ννιουρίζου ννι έσα; Γιάκειννι έσι ποίου μετάννοιε; Για τα ψιούχα σι;
—Για τα δικά μι ψιούχα πλέκιεριου, απογήτθε ο γέρου…..
Υγεία θιλενάδε τσαί θίλοι, ανέ ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου.
………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….
Ο θείος ο Γιάννης τον καλησπέρισε και του είπε:
—Δεν σε έχω ξαναδεί να μήπως είσαι από το μοναστήρι; Πως έτυχε;… Ο ξένος μουρμούρισε: Ε έτσι, μη ρωτάς και σιώπησε.
Ο θείος ο Γιάννης έριξε μια ματιά στο φρεσκοσκαμένο τάφο, που δεν ήταν στολισμένος με το κατακατάλευκο μάρμαρο σαν και τους άλλους τάφους. Μόνο ένας πρόχειρος Σταυρός από ξύλο που έδειχνε που ήταν η κεφαλή του πεθαμένου ή πεθαμένης. Αυτός ο τάφος θα είναι της γριάς Χρυσής της κουφής, την οποίαν έθαψαν σήμερα; είπε ο θείος ο Γιάννης. Δεν ήμουν εδώ σήμερα την ημέρα, αλλά άκουσα το βράδυ ότι είχε πεθάνει…… Αυτηνής είναι; ή δεν γνωρίζεις; —Ναι, αποκρίθηκε ο ξένος. —Την γνώριζες, γι’ αυτό κάνεις μετάνοιες, για την ψυχή της; — Για την δική μου ψυχή περισσότερο, αποκρίθηκε ο γέροντας…
……Υγεία φιλενάδες και φίλοι ας μιλάμε τη γλώσσα μας….
………..ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ …….