…….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…..
Τςhίτατσαί Τίτιντα 17-18 του Σετθέμπρη 2024: Α Τσακωνοπαρέα
Για του νέοι #190 του Πάνου Μαρνέρη
Καλέβρα = παντόφλα
Καλεστέ= καλεσμένος
Καλί= ξυλάκι
Καλιούτςhι = σπιτάκι
Καμάκι = όργωμα
Καμάρα= θόλος, αψίδα,τοξοειδές( συνήθως το κάτω μέρος του σπιτιού που έδεναν τα ζώα, αποθήκη)
Κχαμπαίνου—α—αίντα= κατεβαίνω—αυτός,αυτή κατεβαίνει,Επίσης ( βρέχει)
Κχαμπανάτσι = καμπανάκι
Κχαμπάνι= το σιδερένιο χερούλι στα σαμάρια.
Κχαμπούςhι = κόρα, γωνία ψωμιού (ξερόψωμο)
Κχαμπουρίντου= μασώ,τραγανίζω.
Καμαρούκχου- α- ούντα= καμαρώνω αυτός αυτή καμαρώνει
Κάνεστρε= κάνιστρο ( φαρδύ, κοντό καλάθι.
…,……………………………..
Φόρε του καλέβρε ντι= φόρα τις παντόφλες
Ο ‘μα καλεστέ= δεν ήμουν καλεσμένος
Δείτε μι ένα καλί= δόστε μου ένα ξυλάκι .
Εχκίαμε ένα καλιούτςhι να μπάμε τάσου =χτίσαμε ένα σπιτάκι να μπούμε μέσα.
Πότσου το έρατςhε να ζάμε για καμάκι = φόρτωσε το αλέτρι να πάμε για όργωμα.
Έτζε βάλε κχάμποσιου Άι από τα καμάρα= πήγαινε πάρε λίγο λάδι από την καμάρα ( θολωτή αποθήκη,συνήθως ισόγειο)
Έννι κχαμπαίνου τθο κατάβα= κατεβαίνω στον κατήφορο.
Ένι κχαμπαίνου δόξα νά ‘χει τ’ όνουμα σι.= βρέχει δόξα να έχει τ’ όνομα του.
Έτζε βάρει το κχαμπανάτσι= πήγαινα χτύπα το καμπανάκι.
Κχοντούσου από τα κχαμπάνια= κρατήσου από τα χερούλια.
Βρέτσε το κχαμπούςhι να μακούει= βρέξε το ξερόψωμο να μαλακώσει.
Έτρου σ’έσι κχαμπουρίντου= έτσι τα ροκανίζεις
Καμαρούκχου έννι ταν εγγονέ= καμαρώνω την εγγονή .
Βάλε σι τθο κάνεστρε = βάλτα στο κάνιστρο.
Υγεία θιλενάδε τσαί θίλοι .
ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ.