ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ

Τσακώνικα με τον Πάνο

………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……Μαρία
Τςhίτα τσαι Τίτιντα 11–12 του Νοέμπρη 2025: Α Τσακωνοπαρέα
Παπαδιαμάντη #151: ο φτωχό νομός #12.
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη
Όα ένταοι φουκίαει με μυστήριε τα σhούκχα σι. Έκι γυούρε του σαράντα χρονού. Έκι αψελέ,σκληραγωγητέ τσαί λιοδατέ δίχως τρόποι, ο έρμο νομήα πφι έκι νέμου τα λίγα χκηνά σι οπά τθου τσhεί Σταυροί. Σε λίγο ννιάτσε κίσου σι, όχι πρεσσιού μακρύα, θράβαλε από φύα πφι είννι πατηκχούνενα. Ο νομήα αναμαλλιάε.
Ο θράβαλε έντενη έκι από αφρέ τσhάχημα. —Τς’ άλλοι τς’άλλοι είννι παρείντε μουρμουρίε, τσι ένι γινούνενε Θέ μι.
Τότθε ννι κάνε ννία φούκιση τσαί αμπρούκαει οι εψιλοί τα ψιούχα σι. —Κρέφτοι θα είννι!!! επέτσε.
Δίχως να αλλικογκίσει, ασπηδήτσε αφρά κίσου από του θάμνοι τσαί τσινήτσε να δραννήντει τθα πορεία πφι ντ’ έκι αποσούκχα τθο κάστρι. — Τθο όνομα του Τσυρίου, μουρμουρίε μόννιου.
Ταν αρχά του αιώνα ένα παπόρι με πειρατέ αράε τα ννιούτθα τθον όρμο Ασέληνο, τθα νοκιοδυκικά μερία του νησίου…
Αγάκη τσαί υγεία θιλενάδε τσαί θίλοι τσαί ανέ ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου…ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……..

Όλα αυτά φώτισαν με μυστήριο το πρόσωπο του. Ηταν στα σαράντα του. Ήταν ηλός Σκύρο σκληραγωγημένος και ηλιοκαμένος δίχως τρόπους, ο έρημος τσοπάνος που βοσκούσε τα λίγα του γίδια εκεί στους τρεις σταυρούς. Στην στιγμή άκουσε πίσω του, όχι πολύ μακριά θόρυβο από φύλλα που πατιούνται. Ο τσοπάνος ανατρίχιασε. Ο θόρυβος αυτός ήταν από ελαφρό περπάτημα. —Κι άλλοι, κι άλλοι έρχονται, μουρμούρισε. Τι γίνεται Θεέ μου. Τότε του ήρθε μια φώτιση που λάμπρυνε τα μάτια της ψυχής του. Κλέφτες θα είναι είπε. Δίχως καθυστέρηση πήδησε, ελαφρά πίσω από τους θάμνους και ξεκίνησε να τρέχει γρήγορα,προς τον δρόμο που σε πήγαινε στο κάστρο. —Στο όνομα του Κυρίου, μουρμούρισε μόνο. Στην αρχή του αιώνα ένα πλοίο με πειρατές, άραξε τη νύχτα στον όρμο στην Ασέληνο στην νοτιοδυτική μεριά του νησιού
Αγάπη και υγεία φιλενάδες και φίλοι μου και να μιλάμε την γλώσσα μας:………ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ……