…………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……..Μαρία
Τίτιντα τσαί Πέφτα 18-19 του Μάτζη2025 : Α Τσακωνοπαρέα . Παπαδιαμάντη #193: Ο άψαλτε#1
Διαστευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Έκι ννία ννιούτθα πφι ο Βρέχο τσαί ο φουσού έκι σαν να ήγκιαει φερίκχουντε τα συντέλεια. Κατά του συνταχινοί ούρε σταμακίε να κχαμπαίννει τσαί ο φουσού άτζε τα θέση σι . Γιά τςhεί ούρε έκι κχαμπαίνου δίχως σταμακημό τσαί το χωριουδάτσι πφι έκι ανάκοντα τθο γιαλέ έκι νατέ λίμνα. Ο τσεροπόταμο ξεχυλείε, τσαί Άτζε τα δύου γιοφύρια με ταν ασφούρια σι. Τα κατούγια σε όα τα φτωχικά χαμοτσεάρια γιομήκαει με ύο. Το ύο τθάτσε ως τα πατούματα.
Γουναίτσε, καμπτζία τσαί ζώα, σ’άτζε το ύο. Πρεσσοί προφτάκαει τσαί μπαήκαει ψεούτερα. Έγκειννι πφι έκι πορού γκανένα να οράει σ’ έκειννι το σκοτάϊδι τσαί τα κόαση έκι το χάος. Ό ‘κι δενάχουντα ούτε άςhι, μαειδέ τσαί α πούλια,ούτε βούλε να κράζει, μαειδέ ρολόγι να ντίνει. Έκι δενάχουντα σάματσι α ννιούτθα έτανη του Νοέμπρη, άκια να μη τελειούει. Τσαι από το κχίπτα εννιάτθε ννία ξωκικά φωνά…
—Πί πί! πί ! πί ! πί!
Αγάκη, υγεία τσαί να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου. Ένι χρίε νάμου.
………….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…………
Ηλταν μιά νύχτα που η βροχή και ο αέρας ήταν σαν να έφερναν την καταστροφή. Κατά τις πρωινές ώρες σταμάτησε να βρέχει και ο αέρας πήρε τη θέση του. Για τρείς ώρες έβρεχε χωρίς σταματημό και το χωριό που ήταν κοντά στην παραλία είχε γίνει λίμνη.
Το ξεροπόταμο ξεχείλισε και στο πέρασμα του παρέσυρε δύο γεφύρια. Τα ισόγεια σε όλα τα φτωχικά χαμόσπιτα γέμισαν με νερό. Το νερό σηκώθηκε εως το πάτωμα. Γυναίκες, παιδιά και ζώα τα πήρε το νερό. Πολλοί πρόλαβαν και ανέβηκαν ψηλότερα. Αυτό που μπορούσε κανένας να δει σε εκείνο το σκοτάδι και την κόλαση, ήταν το χάος. Δεν φαινόταν ούτε άστρο,μαειδέ και η πούλια, ούτε κόκορας να κελαηδάει, ούτε ρολόι να χτυπά. Φαινόταν σάματις η νύχτα εκείνη του Νοέμβρη να μην τέλειωνε και από το πουθενά ακούστηκε μία εξωτική φωνή —Πι! πι! πι! πι!
Αγάπη,υγεία και να μιλάμε την γλώσσα μας.Είναι χρέος μας.
……….ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………..