………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………..Μιχάλης και Ελένη.
Τίτιντα τσαί Πέφτα 17-18 του Σερικχή 2026: Α Τσακωνοπαρέα
Παπαδιαμάντη #225: Α Χολεριαστά # 4
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη…
Μόννιου ένα γείτονα, ο τσύρ Μικέλη Φουλδάτση, περαήε τα χέρα σι από το παναϊθουράτσι τσαί μ’ αφήτσε 10 σβάτζικα ( δραχουμέ)
Εζού ννι έμα φωννηάντα να μι φέρει ύο. Μ’απογήτθε ότσι ο ‘κι έχου τσαί ‘φύτζε. Νή πράματις ο ‘κι έχου, νη φοζάτθε να μην αλικογκήσει άλλιου ανάκοντα μι, να μπάτσε τσαί κχολλήτσει.
Κα τσαί τα δέκα σβάτζικα ( δραχουμέ). Ο ‘μα έχα δεκάρα κατςhουτά. Άκια να έμα δία τσαί τα δέκα σβάτζικα,(δραχουμέ) για ένα ποκήρι ύο.
Έμα έχα κρεμαστέ κχάμποσα τσυδώννια σε ένα δίχκυ. Ετθάκα, άγκα ένα, ννιέ ματθά για να ξαβρυτσιάσου. Απέ με φαγκήστε ότσι άκια να ήγκιαει καλύτερα φτατά. Εμποίκα κουράγιο ανάβα ταν ικχάρα, εφτάκα δύ τςhία τσαί σε φαήκα. Έμα έχα το κουράγιο. Τα τσιμήματα ήγκιαει σταμακιστά. Σαν εφαήκα τα τσυδώννια ο ‘μα τσαί τόσιου αβρυστά, αλλά λίγο αργούτερα ενάμα χειρούτερα. Ετθάκα τσαί μπαήκα τάτσου.Εμποίκα γκαννιά δεκαρία βήματα τθο σοκάτσι .
Να κιμήνουμε τα γρούσσα νάμου με το να ννι ννιλήνουμε….
…………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….
Μόνο ένας γείτονας, ο κυρ Μικέλης Φουλδάτσης, πέρασε το χέρι του από το παραθυράκι και μου άφησε 10 σβατζικα(δραχμές). Εγώ του φώναζα να μου φέρει νερό. Μου απάντησε πως δεν είχε και έφυγε.
Ή πραγματικά δεν είχε, ή φοβήθηκε μήπως καθυστερήσει άλλο κοντά μου και μήπως κολλήσει. Καλά και τα 10 σβάτζικα (δραχμές), δεν είχα δεκάρα σπασμένη. Θα έδινα και τα 10 σβάτζικα (δραχμές) για ένα ποτήρι νερό. Είχα κρεμάσει κάμποσα κυδόνια σε ένα δύχτι. Σηκώθηκα πήρα ένα το μάσησα για να ξεδιψάσω. Μετά μου φάνηκε ότι θα ήταν καλύτερα ψημένα. Έκανα κουράγιο, άναψα την φωτιά έψησα δύο τρία και τα έφαγα. Είχα το κουράγιο. Οι εμετοί είχαν σταματήσει σαν έφαγα τα κυδώνια Δεν ήμουν τόσο διψασμένη, αλλά λίγο αργότερα ήμουν χειρότερα. Σηκώθηκα και βγήκα έξω. Έκανα καμιά δεκαριά βήματα στο σοκάκι….
Νά τιμούμε την γλώσσα μας με το να την μιλούμε …..
…………ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…………