ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ

Τσακώνικα με τον Πάνο


………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………..Αναστασία
Τίτιντα τσαί Πέφτα 11–12 του Μάτζη 2026:Α Τσακωνοπαρέα
Παπαδιαμάντη #191: Ννία ψιούχα #14
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.

—Τσι ενάτθε, τσι επαθήτσερε; ματαρωτήτσε α Μαρίνα.
— Τσίπτα απογήτθε α Φροσύνη, γιατσί α πεταλούδα έκι φυτθά
—Πφου τσίπτα; ματαρωτήτσε ννι α Μαρίνα.
Α Φροσύνη έκι ξοικάζα του τοίχοι, τουρ αστράχε τσαί εκι κχαράχα κάκια να οράει τα πεταλούδα, τα μιτσά ψιούχα, αλλά α ψιούχα κχίπτα ο ‘κι ορουμένα.
—Γιατσί με φωννηάερε; κουίε έδαρη α Μαρίνα..
—Τσύριε ελέει μι! ξεστομίε α Φροσύνη ποία το σταυρέ σι!!! Έδαρη έκι ογή, έδαρη εχάτθε…
—Ποίερ εχάτθε; —Γκανένα. —Να μπάτσε ζουρλίστερε αϊθά μι; Σε καλέ ντι, πέτσε ννι τςhέμα από το φόβο σι α Μαρίνα…
Α έρμο Φροσύνη αναστενάε βαθύα τσαί συνεχίε να ννιλήννει τον ννιαυτέ σι: — Γιατσί έσι φύα ψιούχα μι; Γιατσί αγριέφτερε; Ο ‘σι αγαπούα μι; Αααχ ζουρλίσμα! Εφύτζερε για πάντα….
Υγεία Αγάκη τσαί να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου. Ένι χρίε νάμου.
……….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………….

—Τι έγινε; τι έπαθες; ξαναρώτησε η Μαρίνα.
—Τίποτα αποκρίθηκε η Φροσύνη, διότι η πεταλούδα είχε φύγει…
—Πως τίποτα; ξαναρώτησε η Μαρίνα.
—Η Φροσύνη κοιτούσε τους τοίχους, το ταβάνι και ζητούσε κάπου να ιδεί την πεταλούδα, την μικρή ψυχή, αλλά η ψυχή πουθενά δεν φαινόταν..
—Γιατί με φώναξες; έσκουξέ τώρα η Μαρίνα.
—Κύριε ελέησον με!!! ξεστόμισε η Φροσύνη κάνοντας το σταυρό της. τώρα ήταν εδώ, τώρα χάθηκε…..
—Ποιός χάθηκε; —Κανένας. —Να μήπως τρελάθηκες αδερφή μου; Σε καλό σου, της είπε τρέμοντας από το φόβο της η Μαρίνα.
Η έρημη Φροσύνη αναστέναξε βαθιά και συνέχισε να μιλάει στον εαυτό της: Γιατί φεύγεις ψυχή μου; γιατί αγριεύτηκες; δε μ’αγαπάς; Αααχ τρελάθηκα!!! Έφυγες για πάντα….
Υγεία αγάπη και να μιλάμε την γλώσσα μας. Είναι χρέος μας.
………..ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………