………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………Αντρία….
Τίτιντα τσαί Πέφτα 1–2 του Αουνάρη 2026: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #232: Ναυαγοσώστοι #1.
Διαστευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Πφούρ ήγκιαει τςhάχουντε τα συνταχινά τθο ίσιουμα πέρε, τάτσου από το χωριουδάτσι, τόσε κόσμο,ατςhοίποι τσαί καμπτζία τσαί κχάμποσοι γουναίτσε ακόννη; Ήγκιαει τςhάχουντε τθα κοιλάδα αναμεταξύ σε δύου σhίνοι τσαί σε ένα βόρεινε όρμο του λιμαννίου,
πάρα πρεσσοί. Ο ουρανέ έκι ξερίχου αβέρτα νερόχιονε, ο βορειοανατολικό αέρα έκι φουσού ασταμάκητα, α κρυάδα έκι μπεροννιάζα, έκι χειμωννικό Δετσέμπρη μήνα….
Πρώτοι εδρανήαει, ο Λουκά ο Μπούνο,ο Θανάση ο Πουγαδή τσαί ο Παναγή τα Χρόναινα. Κίσου από έντεοι εκάναει: Ο Αναστάση ο Ζιζυφό, ο Κώστα ο Αρμπά, ο Αλέξη τα Μυωνού τσαί απέ όλοι οι άλλοι. Άλλοι ήγκιαει έχουντε φερτέ σάκχου,άλλοι κοντάρια ατςhά για μαγγούρε, με του μπρούσε από τα σακκάτζα σου φουσκουτοί . Ήγκιαει έχουντε μπαλτέ του γάντζhουδέ τσαί τα καμάτζα τάχα μι για να μη δίνωει υποψίλε. Δύου ήγκιαει έχουντε τσαί από ννία απόχη…
Τα γρούσσα νάμου έμε ννιούντε, γιατσί έμε θέντε έμε πορούντε…
…………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………..
Πως έτρεχαν το πρωινό στο ίσιωμα πέρα, έξω από το χωριό, τόσος κόσμος, άντρες και παιδιά, κάμποσες γυναίκες ακόμα; Ετρεχαν στην κοιλάδα ανάμεσα σε δύο βουνά και σε ένα βορεινό όρμο του λιμανιού πάρα πολλοί. Ο ουρανός έριχνε συνέχεια νερόχιονο, Ο βορειοδυτικός άνεμος φυσούσε ασταμάτητα, και ήταν κρύο, ήταν χειμώνας, Δεκέμβρης μήνας.
Πρώτοι έτρεξαν ο Λουκάς ο Μπούνος, ο Θανάσης ο Πουγαδής και ο Παναγής της Χρόναινας. Πίσω από αυτούς ήρθαν ο Αναστάσης ο Ζιζυφός, ο Κώστας ο Αρμπάς, ο Αλέξης της μυλωνούς και μετά όλοι οι άλλοι. Άλλοι είχαν φέρει σακιά, άλλοι κοντάρια μεγάλα για μαγκούρες, με τις τσέπες των σακκακιών τους φουσκωμένες.
Είχανε βγάλει τους γάντζους και τα καμάκια, τάχα μου για να μη δίνουν υποψίες. Δυό είχαν και από μία απόχη.
…..Τι γλώσσα μας μιλάμε γιατί το θέλουμε και το μπορούμε….
……..ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….