……….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………Βασίλης
Σάμπα τσαί Τσιουρακά 3–4 του Αμάη 2025: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #93: Α χήρα του νεομάρτυρα #10
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
—Γκιαούρ! Κιοπέκ! Εκιού ννιε σκωτούτσερε !
—Όχι κατή αφεγκικό, έννι αρίκχου όρκο !
—Όχι; Τσαί ποίε ννιε μποίτσε, ννιέ σκωτούτσε;
—Ο ‘ράκα τσίπτα…
— Ο καβουγά ενάτθε δίπα από το παπόρι ντι.
— Ο ‘ννι νιουρίζου αν έκι δίπα. Έκι καγκιουτέ τσαί εζού έμα κιούφου, Εννιάκα τον κούε νάμου να κχαούντει. Με κάνε παραφάγκηση, ετθάκα τσαί εζάκα τθα κουβέρτα. Ξοικά το γιούρε τσαί ο ‘ράκα ψιούχα. Τα σύνταχα μαθήκα ότσι έκι νατέ φονικό.
—Τσαί τα συντρόϊθα ντι; —Τα συντρόϊθα μι σ’ εξετάερε, εκιού έσι ννιουρίζου τσι ντέ πέκαει;
Τα δύου συντρόϊθα ήγκιαει αφητά λεύτερα. Τσαί οι δύου ήγκιαει έχουντε πετέ τα ιίδε με το καπετάννιε σου τον Κωσταγκή. Ότσι δηλαϊδη ήγκιαει κιουφτοί τσαί ότσι ο οράκαει τσίπτα.
Γρούσσα νάμου όμορφο ποτέ να μη χαθήρε…
Να απαραμάρε ζωντανά, αιώνια να ζήρε.. Με υγεία.
……….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ………
Άπιστε σκύλε! εσύ τον σκότωσες!..
— Όχι Κατή αφέντη! παίρνω όρκο!
—Όχι; και ποιός το έκανε; τον σκότωσε;…—Δεν είδα τίποτα…
—Ο καυγάς έγινε δίπλα από το καράβι σου. —Δεν ξέρω αν ήταν πλάι, είχε νυχτώσει και εγώ κοιμόμουν, άκουσα το σκύλο μας να γαβγίζει, μου παραξενοφάνηκε. Σηκώθηκα και πήγα στην κουβέρτα, κοίταξα τα γύρω και δεν είδα ψυχή. Το πρωί έμαθα ότι είχε γίνει φονικό.
— Και οι σύντροφοι σου; —Τους συντρόφους μου τους εξετάσατε εσείς, εσείς γνωρίζετε τι είπαν…Τα δύο συντρόφια τα είχαν αφήσει ελεύθερα. Και οι δύο είχαν πει τα ίδια με τον καπετάνιο τους τον Κωσταντή. Ό,τι δηλαδή είχαν κοιμηθεί και ότι δεν ήταν τίποτα…… Γλώσσα μας όμορφη ποτέ να μη χαθείς,
να παραμείνεις ζωντανή αιώνια να ζήσεις…. Με υγεία..
………….ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ………