…………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……..Μεταξού
Σάμπα τσαί Τσιουρακά 24-15 του Μάτζη 2026:Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #192: Ννία ψιούχα #15
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη
—Τσι έσι μπαμπαλίζα; Ρωτήτσε α Μαρίνα .
—Τσίπτα απογήτθε α Φροσύνη.
—Χριστέ τσαί Δέσποινα, φωννηάε α Μαρίνα ποία το σταυρέ σι . Ξοικάε κάπφου αφτοϊστά ταν αϊθά σι τσαι ταράε τα τσιουφά σι, σάματσι τα αϊθά σι οι βίδε λασκαρίαει…
—Ο ζουλίσμα αϊθά μι, όχι ακόννη, πέτσε α Φροσύνη. Σύχασε, ο ‘νι τσίπτα, αλλά μην τσαί αλήερε κάτσι τα μά, γρία γουναίκα ένι…..
—Μα τσι ντε ταράε τόσιου πρεσσιού;—Θα ντ’ αλήου άβα βοά, έα να έγκουμε έδαρη.Του κάκου α Φροσύνη έκι έγκα πάσα ννιούτθα, να άτσει το αούλι τθο καγκήλι. Ποτέ ο ματαοράτσε τα μιτσά ψιούχα, τα πεταλούδα με τα χρυσά φτερά. Εφύτζε για πάντα α μιτσά αθώα ψιούχα. Ψιούχα δίχως έρωτα…Α δε μαμού έκι παραπονεγκουμένα για το ό,τσι έκι μοζούα α ψιούχα σι γιάκειννι έκι κίνα πάσα ναμέρα τσαί πλέτερε μαστίχα.
Υγεία, Αγάκη τσαί να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου. Ένι χρίε νάμου.
……..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…….
—Τι μουρμουρίζεις; ρώτησε η Μαρίνα
—τίποτα, αποκρίθηκε η Φροσύνη. —Χριστέ και Παναγία, φώναξε η Μαρίνα κάνοντας το σταυρό της. Κοίταξε κάπως χαμένα την αδερφή της και κούνησε το κεφάλι της, λες και της αδερφής της η βίδες λάσκαραν.
—Δεν τρελάθηκα αδερφή μου ακόμη, είπε η Φροσύνη, ησύχασε δεν είναι τίποτα, αλλά μη λες κάτι στην μάνα, γριά γυναίκα είναι. —Μα τι σετάραξε τόσο πολύ; —Θα σου πω άλλη φορά, έλα να πηγαίνουμε τώρα. Μάταια η Φροσύνη πήγαινε κάθε νύχτα να αλλάξει το λάδι στο καντήλι, ποτέ δεν είδε ξανά την μικρή ψυχή, την πεταλούδα με τα χρυσά φτερά… Έφυγε για πάντα, η μικρή αθώα ψυχή. Ψυχή δίχως έρωτα… Η δε γιαγιά παραπονιόταν για το ότι πονούσε η ψυχή της και γι’ αυτό έπινε κάθε μέρα και περισσότερη μαστίχα
Υγεία, αγάπη και να μιλάμε τη γλώσσα μας. Είναι χρέος μας
………….ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………..