ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ

Τσακώνικα με τον Πάνο


………….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………Ματίνα
Πέφτα τσαί Παράστσι 5-6 του Μάτζη 2026: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #189: Ννία ψιούχα #12.
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.

Ότσι ετήνα μπάτσε τάσου τθο χούρισμα, τα δέφτερε ν αμέρα, α πεταλούδα ενάτθε άφαντε. Εστάτθε όρπα τσαί έκι αντεχουμένα για πρεσσιού. Ο ννιε ματαοράτσε έτανη ταν αργακινά.
—Άχ ψιούχα μι! Αχ πουλάτσι μι! Θυμούτσερε με σ’εννίου, έκι αούα με τουρ εψιλοί σι να τςhάχωει ποταμό, μ’έσι ορούα τς’έσι φύα, αγριέφτερε καμπτζί μι… Αααχ, να είννι όμορφα τα όνειρα ντι οπά πφι έσι κιούφα Ατζελικούλα μι, καμπτζί μι, εψιλοί μι . Τα τσhίτε αργακινά, α μαμού έκι κίνα τα μαστιχούλια σι τσαί έκι ογοφερίκχα με ταν μιτσά σι σιάτη όπφουρ ήγκιαει αντεχουμένει τον Τάσιο να σι αποσούει τα τσέα). Ο υζέ τα γρία, ο τσείε πφι έκι πουρτέσε τθο ξόϊδι, ο ‘κάνε να σ’άρει γιατσί έκι αντεχούμενε ότσι ο Τάσιο άκια να σι αποσούει ντούρμα, αλλά έκι τσιόατες μεσάννιουτθα. Α Φροσύνη ότσι εμπάτσε το χούρισμα ννι’ οράτσε κίσου, έντανη τα βοά για τςhία ολάτσερα λεφτά…….
Υγεία τσαί έμε κιμούντε τα γρούσσα νάμου θιλενάδε τσαί θίλοι…..
…………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…….

Μόλις εκείνη μπήκε μέσα στο δωμάτιο, την δεύτερη ημέρα, η πεταλούδα έγινε άφαντη. Κάθησε εκεί και περίμενε για πολύ. Δεν την ξαναείδε εκείνο το βράδυ. Αααχ ψυχή μου, αχ πουλάκι μου, θύμωσες με μένα, έλεγε με τα μάτια της να τρέχουν ποτάμι.
Με βλέπεις και φεύγεις, αγριέφτικες μαζί μου. Αααχ! να είναι όμορφα τα όνειρά σου εκεί που κοιμάσαι Αγγελικούλα μου, παιδί μου, μάτια μου. Την τρίτη βραδιά η γιαγιά έπινε τις μαστίχες της και λογόφερνε με την μικρή της κόρη ενώ περίμεναν τον Τάσο να τις πάει στο σπίτι. Ο γιος της γριάς, ο θείος που ήταν μπροστά στην κηδεία, δεν ήρθε να της πάρει γιατί περίμενε πως ο Τάσος θα τις πήγαινε νωρίς, αλλά ήταν κιόλας μεσάνυχτα. Η κυρά Φροσύνη μόλις μπήκε στο δωμάτιο, την είδε ξανά, αυτή τη φορά για τρία ολόκληρα ολόκληρα λεπτά…..
Υγεία και τιμούμε την γλώσσα μας φιλενάδες και φίλοι…
…………ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….