…………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ……..Μεταξού
Πέφτα τσαι Παράστσι 4–5 του Απρίλη . 2024: Α Τσακωνοπαρέα .
Κουιτέ #230 από το βιβλίε «ΚΡΑΥΓΗ»
Διαστσευή τσαι γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Αφού εσιά τον αφέγκη μι, έμα ξοικάζα για γκάνα μπέτσιμο, ο ‘μα ερέχα το δικό νά μου, ερέκα τσαί ννιέ κχατθίκα τάνου. Μπρού ννι κχαμπαήσουμε εζάκα τθα μάτη μι . Ννιέ ‘ρέκα όρπα.
—Κάτσα ογή εκιού, ννιέ πέκα. Αλλά πφου να ννι κχαμπαήσου μοναχά μι, 16 χρονού μαθές . Ννιέ κιάκα από του νώμοι τσαί ννιέ τραβήα μοναχά μι . Κια ρέκα τα δέναννη; Α Θεώννη α αϊθά μι, ο ‘κι πορούα να μι βοηθεί . Έκι ένα λιανέ σιατεράτσι, ενάμισε χρόνε μιτσουτέρα μι . Έκι κχοντούκχα όμως το μπέτσιμο από το κίσου μέρη τσαί έτρου ου ‘γκιαει οι πούε σι τσιτέντουντε τάτσου. Εσούκα τθα μάτη μι .
—Γιατσί βρε Ελένη ννιε μπέερε; —Για να μη ννι οράρε μάτη μι τσαί πάθερε τσίπτα .—Όχι καμπτζί μι . Ο σκωρεμό σε πρεσσοί μαζί ο ‘νι σκωρεμό . Ννι αφήκα τθο σκαλί. Όρπα ήγκιαει κάτσι γουναίτσε, σε παρακαλέκα τσαί με βοηθήκαει . Σκάβαμε με του χέρε όσιου έκι πορού ο πάσα ένα ……
Υγεία να έχουμε κολέγισε τσαι κολέγοι τσαι αλάργα από πολέμοι.
……………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………..
………
Αφού έφτιαξα τον πατέρα μου, κοιτούσα για καμιά κουβέρτα. Δεν έβρισκα την δικιά μας. Βρήκα μιά και τον ακούμπησα επάνω. Πριν τον κατεβάσουμε πήγα στη μητέρα μου. Την βρήκα εκεί. Κάτσε εδώ εσύ, της είπα. Αλλά πώς να τον κατεβάσω μόνη μου, 16 χρονών ‘μαθες… Τον έπιασα από τους ώμους και τον τράβηξα μόνη μου. Που βρήκα τη δύναμη; Η Θεώνη η αδερφή μου δεν μπορούσε να με βοηθήσει ήταν ένα αδύνατο κοριτσάκι, ενάμιση χρονών μικρότερη μου. Κρατούσε την κουβέρτα από το πίσω μέρος και έτσι δεν έβγαιναν τα πόδια του έξω. Έφτασα στη μητέρα μου: —Γιατί βρε Ελένη τον σκέπασες; —Για να μην τον δεις μάνα και πάθεις τίποτα. Όχι παιδί μου ο θάνατος σε πολλούς μαζί, ( ο ομαδικός) δεν είναι θάνατος. Τον άφησα στο σκαλί εκεί ήτανε κάτι γυναίκες και τις παρακάλεσα να με βοηθήσουν.
Σκάψαμε με τα χέρια όσο μπορούσε ο καθένας.
….. υγεία να έχουμε φιλενάδες και φίλοι, μακριά από πολέμους…..
………..ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ………..