……….. ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ………….Πολυξένη
Πέφτα τσαι Παράστσι 11–12 του Γενάρη 2024: Α Τσακωνοπαρέα .
Κουιτέ #221 από το βιβλίο «ΚΡΑΥΓΗ»
Διαστσευή τσαι γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη .
Ο βοηθήτσε νάμου γκανένα. Έμαει έχουντε νία κασέα γιομάτα φαέ.
Νι έμαει αλέσουντε τσαι εμαει τςhούντε. Πρεσσοί νιουκοτσιουραίοι ήγκιαει έχουντε κχακχουτθέ φαέ τσαι ότσι άλλιου ήγκιαει δενουμένει.
Αγάλι αγάλι ήγκιαει γιουρίζουντε κίσου τσαι έτεοι πφι ήγκιαει έχουντε παρτέ του σhίνοι για να γλυτούνει .
Χάκα τον γλυκό μι αφέγκη, 68 χρονού ούγοιε μ’έκι αγαπού πρεσσιού.
Έμα το στερνέ σι καμπτζί. Πάσα αργακηνά μ’έκι κατσαήχου τθου γούνοι σι τσαι μ’έκι ταγίχου αβουγουλάτσα . Νία μίςhία ετήνε, νία εζού, απέ μ’έκι αού:
—Ζάμε να κιούψουμε «χούτσα χούτσα» σhιονιστά σhιονιστά»
Εχάκα τσαι τον αϊθή μι τον Ντίνο, 27 χρονού, πφι έκι τόσιου καλέ τσαι παλληκάρι. Έκι παίζου το κλαρινάτσι σι τσαι όα α τσέα έκι χορέγκα.
« ΠΟΡΟΥΑ ΕΝΝΙ ΕΔΑΡΗ ΕΖΟΥ ΝΑ ΑΝΤΙΚΡΥΣΟΥ ΓΕΡΜΑΝΕ»!!!
Ο ‘νι έχουντα να πει με Γερμανοί, ένι έχουντα να πεί με το πόλεμο.
Υγεία θιλενάδε τσαι θίλοι τσαι αγάκη σε όλε το κόσμο ….
…………ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ……..
……..
Δε μας βοήθησε κανείς. Είχαμε μία κασέλα γεμάτη σιτάρι, το αλέθαμε και τρώγαμε. Πολλοί νοικοκυραίοι είχαν θάψει στάρι και ότι άλλο μπορούσαν. Σιγά-σιγά γύριζαν πίσω και αυτοί που είχαν πάρει τα βουνά για να γλιτώσουν.
Έχασα τον γλυκό μου πατέρα 68 ετών, ο οποίος με αγαπούσε πολύ. Ήμουν το στερνό του παιδί κάθε βράδυ με κάθιζε στα γόνατα του και με τάιζε αυγουλάκια: Μία κουταλιά αυτός μια κουταλιά εγώ και μετά μου ‘λεγε: Πάμε να κοιμηθούμε χούτσα, χούτσα (ζεστά, ζεστά).
Έχασα τον αδερφό μου τον Ντίνο 27 χρονών, που ήταν τόσο καλός και παλικάρι. Έπαιζε το κλαρινάκι του και όλο το σπίτι χόρευε…
«ΜΠΟΡΩ ΕΓΩ ΤΩΡΑ ΝΑ ΑΝΤΙΚΡΥΣΩ ΓΕΡΜΑΝΟ» !!!
Δεν εχει να κάνει με τους Γερμανούς,έχει να κάνει με τον πόλεμο.
Υγεία φιλενάδες και φίλοι και αγάπη σε όλο το κόσμο .
…. ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ………