…….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ….Βασίλης
Πέφτα τσαί Παράστσι 10–11 του Αουνάρη 2025: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #112: Τύχη από ταν Αμεριτσή #13
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Το σιατέρι χαμογειάτσε άδολα τσαί δίχως να φοζατθεί κατθίτσε χάμου το κοϊθινάτσι σι τσαί κχαμπάτσε τάσου . Περιμαζούτσε το βραχαμούλι σι, τσαπρούτσε, σταυρούτσε τα χερούλια σι, κλείτσε τα ψίλια σι τσαί έκι καμαρούκχουντα, άμα α γρία τσεία σι έκι αούα:
—Σούντα, σούντα έδαρη, έτθα τάνου, μπάτσε τσαί οράνει νάμου τσαί αλήνωει: Τσι επαθήκαει έντεοι;… Τσι όμορφα πφι έσι ποία τα σκωρετά! Μπάε τάτσου τσαί έα, έα να έγκουμε…
Α Αφέντρα ταν ιίδε αργακινά επέτσε το τσι ενάτθε σε δύου θιλενάδε σι. Α ννία από του δύου, ούγοιε έκι κατά δύου χρόνου ατςhιτέρα βαλήτσε κουϊτέ τσαί φοζαήε ταν Αφέντρα.
— Ου ου μποίτσερε ταν πενατά; Τσαί ννι έσι ‘μογούα τσιόατες;
—Γιατσί;
—Οι Βρουκόατσε θα ντι τσυνηγήνουει τσαί κχαράχουει να ντ’άρουει.
Θιλενάδε τσαί θίλοι υγεία τσαί να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου.
……….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……..
Το κοριτσάκι χαμογέλασε άδολα και δίχως να φοβηθεί, άφησε κάτω το κοφινάκι του και κατέβηκε μέσα. Περιμάζεψε το φουστανάκι του, ξάπλωσε, σταύρωσε τα χεράκια του, έκλεισε τα ματάκια του και καμάρωνε όταν η γριά θεία της έλεγε: —Φτάνει, φτάνει τώρα, σήκω επάνω μήπως και μας δουν και λένε: Τι έπαθαν αυτές; Τι όμορφα που κάνεις την πεθαμένη! Έβγα έξω και έλα, έλα να πηγαίνουμε.
Η Αφέντρα, το ίδιο βράδυ είπε το τι έγινε σε δύο φιλενάδες της.
Η μία από τις δύο, η οποία ήτανε δύο χρόνια μεγαλύτερη της έσκουξε και φόβισε την Αφέντρα.. —Ουου, έκανες την πεθαμένη και το μολογάς κιόλας; —Γιατί;
—Οι βρυκόλακες θα σε κυνηγούν και θα ζητούν να σε πάρουν…
Φιλενάδες και φίλοι υγεία και να μιλάμε την γλώσσα μας …
.……….ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………..