……….ΜΑΡΝΕΡΕΙΟΝ ΙΔΡΥΜΑ ……….Δέσποινα.
Παράστσι τσαίΣάμπα 23-24 του Οχτώμπρη 2026: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #265: Όννειρε τθο τσύμα#15
Διαστευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Τα στιμή έτανη, ότσι έμα έχου μποιτέ το πρώκιου μι βήμα, έννιάκα ένα μπλουτςhάρισμα, σαν ένα σώμα πφι ένι τσιταίντουντα τθο τσύμα.
Ο θράβαλε εκάνε από τα ίσια μι, από το κουςhελόστρουτε τσαί νυμφοστόλιστε γιαλέ, πφι κάκια, κάκια έκι κχαμπαίνα α Μοσχούλα, α ανηψιά του τσύρ Μόσχου, να κολιουμπίσει τσαί να δροσιστεί.
Άκια να μην έμα ποίου τα κουτουρία να κολιουμπίσου όρπα ανάκοντα τθα σύνορα σι, εζού το τςhοπανόπουλε, το καμπτζί του σhίνα άμα έμα ννιουρίζου ότσι α λεγάμενε έκι ουκχουμένα τα ννιούτθα με τα φεγγαράδα. Έμα ννιουρίζου ότσι έκι ουκχουμένα του συνταχινέ με ταν ανατολά του ήλιου. Εμποίκα κχάμποσα λάγκα, δίχως να ποίου αντάρα, γυουρία πρός τα μερία πφι εννιάτθε ο θράβαλε τσαί όντως έκι α Μοσχούλα θεόγυμνε τάσου τθα θάασσα. Ννιε ννιουρία κατου από το φώς του φεγγαρίου, πφι έκι φουκίζουντα το πέαγο τσαί τθα φωσφορίζουντα τσύματα πφι ήγκιαει έχουντα σταλιχτέ χορέ.
Ανέ ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου τσι ένι ασφραγίδα νάμου.
…………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….
Την στιγμή εκείνη, μόλις είχα κάνει το πρώτο μου βήμα, άκουσα ένα παφλασμό σαν ένα σώμα που πέφτει στο κύμα. Ο θόρυβος εκείνος ήρθε από τα δεξιά μου, από το κοχυλόστρωτο και νυμφοστόλιστο γιαλό. που κάπου κάπου κατέβαινε η Μοσχούλα, η ανιψιά του κυρίου Μόσχου να κολυμπήσει και να δροσιστεί. Δεν Θα έκανα την αποκοτιά, να κολυμπήσω εκεί κοντά στα σύνορα της, εγώ το τσοπανόπουλο, το παιδί του βουνού, εάν γνώριζα ό,τι ή λεγάμενη λουζόταν τη νύχτα με τη φεγγαράδα. Γνώριζα ότι λουζόταν τα πρωινά με την ανατολή του ήλιου. Έκανα κάμποσα βήματα δίχως να κάνω θόρυβο, γύρισα από τη μεριά που ακούστηκε ο θόρυβος και όντως ήταν η Μοσχούλα θεόγυμνη μέσα στη θάλασσα. Την γνώρισα κάτω από το φως του φεγγαριού που φώτιζε το πέλαγος και τα φωσφορίζοντα κύματα, που είχαν στήσει χορό
Να μιλάμε την γλώσσα μας γιατί είναι η σφραγίδα μας …..
……….ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ .