ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ

Τσακώνικα με τον Πάνο

……………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…………..Βασίλης
Παράστσι +Σάμπα 1-2 του Αμάη 2026: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #204: Πιτρόπισα #4.
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.

Όα μέρα τσαί πάσα ναμέρα έκι φορού τα κουβάνα, αλλά ότσι έκι κακιούντα, τσαί τα χρώματα ου ‘γκιαει δενάχουντα πλέα, αρτσετά κουβάνα έκι α ννιούτθα, τάσου το κουβάννιου σκοτάϊδι τσαί τςhάχου έςhιντα του τσέλε τθα στενά σοκάτζα, έκι γκριουφά μπαίνου τθα τσέα τα λεγάμενε. Όρπα έκι τςhού τθα γκριουφά ζαχαροχαμαλία τσαί ότσι άλλιου έκι το συννήιθε για του γαμπροί. Έτρου αφού έκι περαήχου κα τσαί όμορφα, εστεφανούτθε για δέφτερε βοά .
Σ’ ετήνε ο ‘κι μέουντα ννι τσι άκια να έκι αού ο κόσμο. Τα ξόμπλια ου ‘γκιαει ατζίχουντα ννι. Έκι χρόνου ζητέ με του Φράτζοι τσαί ακόννη τσαί τθαν Ανατολά. Κχάμποσοι αούντε ήγκιαει ότσι έκι Μασώνο, άλλοι ότσι έκι γνωστέ του Λεσσέψ τθαν Αίγυπτο…. Αφού έκι στεφανουτέ ετήνε, στεφανούτσε τσαί τα σιάτη σι, ούγοιε έκι πρεσσιού μιτσά ακόνη.
Υγεία τσαί να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου θιλενάδε τσαί θίλοι .
……….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…….

Όλη την ημέρα και κάθε μέρα φορούσε τα μαύρα, αλλά μόλις νύχτωνε και τα χρώματα δεν φαινόντουσαν πια, αρκετά μαύρη ήταν η νύχτα, μέσα στο μαύρο σκοτάδι και τρέχοντας στην ρίζα των σπιτιών στα στενά σοκάκια, κρυφά έμπαινε στο σπίτι της λεγάμενης .Εκεί έτρωγε στα κρυφά ζάχαροχαμαλιά και ότι άλλο ήταν το συνήθειο για τους γαμπρούς. Ετσι αφού περνούσε καλά και όμορφα, παντρεύτηκε για δεύτερη φορά. Σ’ αυτόν δεν έμελλε τι θα έλεγε ο κόσμος, τα κουτσομπολιά δεν τον άγγιζαν. Είχε πολλά χρόνια ζήσει με τους Φράγκους, ακόμη και στην Ανατολή. Κάμποσοι έλεγαν ότι ήταν Μασώνος, άλλοι ότι ήταν γνωστός του Λεσσέψ στην Αίγυπτο…. Αφού ήταν παντρεμένος εκείνος πάντρεψε και την κόρη του η οποία ήταν πολύ μικρή ακόμα……
Υγεία και να μιλάμε την γλώσσα μας φιλενάδες και φίλοι…..
…………ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……..