……..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……. Αναστασία
Παράστσι τσαί Σάμπα 2025: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #149: ο φτωχό νομήα.
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Ο ατςhίτερε από του δύου γυουρίε προς το νομήα τσαί με σκληρά βραχνά φωνά σε ννία ακατανόητε γρούσσα ρωτήτσε ννι.
—Εσύ μπελλέκ ανάραφ εμείς ντρόμο χούφτα; ( εκιού πφι έσι από ‘γή έσι ννιουρίζου τα πορεία να ννι δενάτσερε νάμου)
Ο χκηνονομία ο κατανοήτσε τσίπτα. Ο ξένε ματαπέτσε ννι με χειρονομίλε… Μπελλέκ, που πάει ντρόμο…πολλοί, πολλοί ελεφ ελεφίν. (Ποιερ ένι α πορεία πφι ντ’ένι αποσούκχα οπά πφι είννι αραμούντε πρεσσοί, χίλιοι, χιλιάδε…)Ο νομήα καταβήτσε τότθε ότσι ννι ήγκιαει ρωτούντε για τα πορεία πφι έκι έγκα τθο κάστρι. Δίχως να ποψιαστεί κάτσι σε δενάε ταν ατςhιτέρα πορεία, α μόνε πφι έκι δενάχα… Σε δούτσε να κατάβωει ότσι άμα τσαί ήγκιαει έγκουντε πιο κάτου, γκαννιά κατοσταρία μέτςhα άκια να οράνει το κάστρι πφι έκι οπά σταλιχτέ αναμεταξύ τα στερία τσαί τα θάασσα.
Οι ξένοι ννι αποχαιρεκίαει με νοήματα τσαί φύγκαει.
Υγεία θιλενάδε τσαί θίλοι λοιπόν τσαί αγάκη του καρδίε νάμου.
…ΕΜΕ ΚΙΜΟΥΝΤΕ ΤΣΑΙ ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΑ ΓΡΟΥΣΣΑ ΝΑΜΟΥ…
Ο μεγαλύτερος από τους δύο γύρισε προς τον τσοπάνο και με σκληρή βραχνή φωνή, σε μια ακατανόητη γλώσσα τον ρώτησε. Εσύ μπελλέκ ανάραφ, εμείς ντρόμο χούφτα; (εσύ που είσαι από εδώ, γνωρίζεις τον δρόμο να μάς τον δείξεις; Ο τσοπάνος δεν κατάλαβε τίποτα. Ο ξένος ξαναείπε του με χειρονομίες: Μπελλέκ, που πάει το ντρόμο…πολλοί, πολλοί ελέφ ελεφίν (ποιος είναι ο δρόμος που σε πάει εκεί που μένουν πολλοί πολλοί, χίλιοι, χιλιάδες.. Ο τσοπάνος κατάλαβε τότε ότι τον ρωτούσαν για τον δρόμο που πήγαινε στο κάστρο. Δίχως να υποψιαστεί κάτι, τους έδειξε τον μεγαλύτερο δρόμο, ο μόνος που φαινόταν. Τους έδωσα να καταλάβουν ότι άμα και πήγαιναν πιο κάτω, καμιά εκατοστή μέτρα, θα έβλεπαν το κάστρο που ήταν εκεί, στημένο ανάμεσα στη στεριά και στη θάλασσα. Οι ξένοι τον αποχαιρέτησαν μέ νοήματα και έφυγαν….
Υγεία φιλενάδες και φίλοι και αγάπη στις καρδιές μας.
……ΤΙΜΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΛΑΜΕ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ….