……………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….
Παράστσι τσαί Σάμπα 22-23 του Αμάη 2026: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #213: Το θάμα τα Τσαισιαριαννή #6
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πανο Μαρνερη.
—Κχόντου σι, με πέτσε, ου ‘ννι χρειασκουμένει παράδε, μόνε κχόντου σι ν’ ανάψερε γκαννιά αμπάδα παρατάνου τθα Χάρη σι, για το μορφοννιέ ντι πφι ένι άρρωστε. —Σα να ντι δενάχωει παράξενα ένταοι όα; γυουρίε τσαί με πέτσε α τσυρά Ερήνη.—Τότθε έκι άλλε ο κόσμο. Οι αντροίποι ήγκιαει έχουντε αγάκη τσαί ήγκιαει μοζούντε ο ένα για τον άλλε. Έκι ερέχου γκανένα πρεσσιού καλοί αντροίποι ογή ένα γυούρε τσαί τάτσου τθου σhίνοι! Ννί ήγκιαει έχουντε σε καλέ το να δίνωει. Γιάγκειννι ο Θεό σ’ έκι βογού . Άλλε κόσμο τότθε!!!. Κιά είννι έτεοι οι τσαιροί;
Εζάκαμε τθον Άγιε, προστσυνήκαμε τσαί ανάβαμε τσαί ννία μιτσά αμπάδα. Απέ ο Λευτέρη κατσάτσε κοντά τθαν Άγιε εικόνα, τάσου τον Άγιε, τσαί σάπφου να ννι έκι παρία νύστα. Εζού μπαήκα να κίου ύο από τα ννιατά αθάνατε βρύση. Έκι τςεί ά ούρα τα ννιούτθα. Δροσία, ξαστερία τσαί χαρά Θεού…
Ένι χρίε νάμου να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου θιλενάδε τσαί θίλοι.
…………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….
Κράτησε τα μου είπε, δεν χρειάζονται λεφτά, μόνο κράτησε τα να ανάψεις καμιά λαμπάδα παραπάνω στην Χάρι της για το Μορφονιό που είναι άρρωστος.—Σα να σου φαίνονται παράξενα όλα αυτά, γύρισε και μου είπε η κυρία ειρήνη. Τότε ήταν διαφορετικός ο κόσμος. Οι άνθρωποι είχανε αγάπη και πονούσαν ο ένας για τον άλλον. Έβρισκε κανείς πολύ καλούς ανθρώπους εδώ γύρω και έξω στα βουνά. Το είχαν σε καλό να δίνουν, γι’ αυτό ο θεός τους ευλογούσε. Άλλος κόσμος τότε!!! Που είναι εκείνοι οι καιροί;
Πήγαμε στην εκκλησία προσκυνήσαμε και ανάψαμε και μία μικρή λαμπάδα. Μετά ο Λευτέρης κάθησε κοντά στην Αγία εικόνα μέσα στην εκκλησία και σάματις να του ερχόταν νύστα. Εγώ βγήκα να πιω νερό από την ακουστή αθάνατη βρύση. Ήταν 3 η ώρα τη νύχτα. Δροσιά ξαστεριά και χαρά θεού.
Είναι χρέος μας να μιλάμε τη γλώσσα μας φιλενάδες και φίλοι.
……….ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….