ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ

Τσακώνικα με τον Πάνο

…….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………Δέσποινα .
Παράστσι τσαί Σάμπα 17–18 του Οχτώμπρη2025: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #143: ο φτωχό νομήα#4
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.

Βαϊθού τσαί ατέρμωνε έκι ο ορίζοντα, όπφου τσαί το πέαγο.
Άμα όμως έκι κιάνα τρικυμία το χειμωνικό, ο ορίζοντα έκι θεούκχου τσαί α θάασσα έκι αγριέγκα για να πρανίσει με τα θεριακουτά σι τσύματα τού βράχοι τσαί τα χειόθασσα .
Σε έγκειννι λοιπόν το μέρι έμα έγκου με του συνομίλητσοι μι ιδίως τθα πανηγύρια. Τσαί έτρου με τα ννία ο τόπο έκι αρίκχου ζωά. Τθο τόπο πφι έκι σωπαστέ για πρεσσέ τσαιρέ, ήγκιαει ννιούμενα χαρετά γέλια από τα καμπτζιοβόλια τσαί γουναιτσίε χελιδονολαλίε.
Ούγοιε μιτσή έκι παρίου για πρώτε βοά εννεί οι ατςhιτέροι ννι έμαει ποίντε το πάρα κάτου χουνέρι. Έμαει αντεχουμένει τσαί παραφυάτθουντε ταν ούρα πφί άκια να έκι περού ακατούσε από τον πυλώνα τσαί για το καοσώρισμα να κοπανίσουμε τα τσιουφά σι τάνου τθα σιδερένιε καμάρα τσαί έμαει φωννηάντουντε «Σιδεροτσιούφαλε»
Υγεία θιλενάδε τσαί θίλοι ότσι πιο πολύτιμο.
…ΕΜΕ ΚΙΜΟΥΝΤΕ ΤΣΑΙ ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΑ ΓΡΟΥΣΣΑ ΝΑΜΟΥ…

Βαθύς και ατέλειωτος ήταν ορίζοντας, όπως και το πέλαγος. Όταν όμως έπιανε τρικυμία το χειμώνα, ο ορίζοντας θόλωνε και η θάλασσα αγρίευε για να δείρει με τα τεράστια της κύματα τα βράχια στις ακρογιαλιές. Σε αυτό λοιπόν τον τόπο πήγαινα με τους συνομήλικους μου, ιδίως τα πανηγύρια. Και έτσι, με το ένα, ο τόπος έπαιρνε ζωή. Στον τόπο που είχε σωπάσει για πολύ καιρό ακουγόντουσαν χαρούμενα γέλια από τον παιδόκοσμο και γυναικείες χελιδονολαλιές. Οποιος μικρός ερχόταν για πρώτη φορά, εμείς οι μεγαλύτεροι του κάναμε το παρακάτω καψόνι. Περιμέναμε και παραμονεύαμε την ώρα που θα περνούσε κάτω από τον πυλώνα. Για καλωσόρισμα του κοπανούσαμε το κεφάλι πάνω στην σιδερένια καμάρα και φωνάζαμε «σιδεροκέφαλος»
…….Υγεία φιλενάδες και φίλοι το πιο πολύτιμο……
…..ΤΙΜΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΛΑΜΕ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ…….