………….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ………….Βασίλης
Παράστσι τσαί Σάμπα 20–21 του Δετσέμπρη 2024: Α Τσακωνοπαρέα .
Παπαδιαμάντη #58: Α νοσταλγό #29.
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη .
— Μη φοζήσιου, έα ογή, ο θα φάρε κάλι άμα έσι αού αλήιθα πέτσε ννι ο Μοναχάκη ντροκιαστέ, άλλε μι τσι έσι ννιουρίζου.
Ο ‘κι πορού να γκριούψει τα στεναχώρια σι τσαι ταν ντροκή σι.
—Ορή τσείε, πέτσε ο μιτσή πφι αναθαρρείτσε, ο Βασίλη ννι οράτσε πφ’εμπάτσε τθα βάρκα μαζί με τον υζέ τα Καλκώρ. Με φωνηάε, με δενάε τα βάρκα, μα αντροίποι ο οράκα. Έμαει αντεχουμένει να μπάτσε γιουρίσωει κίσου μα του κάκου…
—Ογή τσαί πόσα νούρα σ’οράκατε, ρωτήτσε ο Μοναχάκη,
—Θα έχει γκάνα δύου ούρε, απογήτθε ο μιτσή .
—Τσαί γιατσί ο κάνατε μπρούτερα να μι ννι άλήετε.
—Ό περάτσε τσαί πρεσσά ούρα, μπορεί ννία ούρα μπορεί τσαί λιγούτερε, πέτσε έδαρη ο μιτσή .
Ο Μοναχάκη μποίτσε ννία νευρικά κίνηση με το τσιμπούκι σι τσαί ο μιτσή ννιέ βαλήτσε τθο πούα.
Υγεία τσαί να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου θιλενάδε τσαι θίλοι.
………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ………
—Μη φοβάσαι, έλα εδώ, δεν θα φας ξύλο άμα λες την αλήθεια, του είπε ο Μοναχάκης ντροπιασμένος, πες μου τι γνωρίζεις;
Δεν μπορούσε να κρύψει την στεναχώρια του και την ντροπή του.
—Να θείε, είπε ο μικρός που πήρε θάρρος, ο Βασίλης τον είδε που μπήκε στη βάρκα μαζί με τον γιο της Καλκώρ. Με φώναξε, μου έδειξε την βάρκα, μα ανθρώπους δεν είδα. Περιμέναμε να μήπως και γυρίσουν, αλλά μάταια.. —Εδώ και πόση ώρα τους είδατε; ρώτησε ο Μοναχάκης.— Θα έχει κάνα δυο ώρες, αποκρίθηκε ο μικρός.
—Και γιατί δεν ήρθατε πιο πρώτα να μου το πείτε;
— Δεν πέρασε και πολλή ώρα, μπορεί μία ώρα, μπορεί και λιγότερο, είπε τώρα ο μικρός. Ο Μοναχάκης έκανε μία νευρική κίνηση με το τσιμπούκι του και ο μικρός τόβαλε στα πόδια…….
Υγεία και να μιλάμε τη γλώσσα μας φιλενάδες και φίλοι..
……..ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ………