……….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…Ηλιάνα Ολυμπίου
Σάμπα τσαί Τσιουρακά 20–21 του Σετθέμπρη 2025 :
Α Τσακωνοπαρέα
Παπαδιαμάντη #135: Τύχη από ταν Αμεριτσή #36.
Διαστευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Όα ταν αμέρα κχοντούτσε το γλέγκι,ως τ’αργά σκοτάϊδι, πφί οι καλεστοί ένα, ένα τσινήκαει να σκορκίχουει.Τελευταίοι αραμάκαει ο κουμπάρε τσαί οι κοντοσυτζενήδε, τα βιολία τσαί τα λαβούτα.. Μετά τα μεσάννιουτθα ματααριστίαει. Ταν άβα μέρα συνταχούλια ο κουμπάρε με τα βιολία εμποίκαει το γυούρε σου τσαί απέ εζάκαει τα τσέα . Όα τα ννιούτθα τσαί όα ταν αμέρα, ο Στάϊθη ο μπαήτσε να οράει τον αϊθή σι. Τα ννιούτθα μπρού το γάμο ο Θανάση κιούβε ννία χαρά, αλλά από ταν ούρα πφι κατβήτσε ότσι έκι λείπου ο φάτσελε, έκι έγκου προς το χειρούτερε. Έκι έχου πρεσσέ ιδήχο τσαί ο ‘κι μπορού να ανασάνει.
Τα μεσάννιουτθα πφι ο κουμπάρε τσαί οι άλλοι ήγκιαει αριστούντε
Ο γαμπρέ θυννήτθε το χιλιάρικο τσαί ρωτήστε τα ννύιθη: —Κια ννι έσι έχα το χιλιάρικο, ννι έσι έχα τάνου ντι; Α Αφέντρα εμποίτσε ένα τάραμα τα τσιουφαλή σι…. τσαί ναι τσαί όχι…
Υγεία τσαί Αγάκη για το κόσμο όλε θιλενάδε τσαί θίλοι.
………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ….
Όλη την ημέρα κράτησε το γλέντι, ως το βράδυ σκοτάδι, που οι καλεσμένοι, ένας, ένας άρχισαν να σκορπίζουν. Τελευταίοι έμειναν ο κουμπάρος και οι κοντινοί συγγενείς, τα βιολιά και τα λαούτα. Μετά τα μεσάνυχτα ξαναδείπνησαν. Την άλλη μέρα το πρωί, ο κουμπάρος με τα βιολιά, έκαναν τον κύκλο τους και μετά πήγαν στο σπίτι. Όλη τη νύχτα και την ημέρα ο Στάθης δεν πήγε να δει τον αδερφό του.
Την νύχτα πριν τον γάμο, ο Θανάσης κοιμήθηκε μια χαρά, αλλά από την στιγμή που κατάλαβε ότι έλειπε ο φάκελος, πήγαινε προς το χειρότερο. Είχε πολύ βήχα και δεν μπορούσε να αναπνεύσει..
Τα μεσάνυχτα που ο κουμπάρος και οι άλλοι δειπνούσαν, ο γαμπρός, θυμήθηκε το χιλιάρικο και ρώτησε την νύφη: — Που το έχεις το χιλιάρικο; το έχεις πάνω σου; Η Αφέντρα έκανε ένα κούνημα του κεφαλιού της….. και ναι και όχι……
Υγεία και αγάπη για τον κόσμο όλο φιλενάδες και φίλοι..
………..ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……..