……………ΜΑΡΝΕΡΕΙΟΝ ΙΔΡΥΜΑ..……….Μιχάλης
Σάμπα τσαί Τσιουρακά 10-11 του Οχτώμπρη 2026: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #261: Όνειρε τθο τσύμα #11 .
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Εζού έμα έχου ννία ντιλιβίρα, αλλά ο ‘μα έχου αρτσετέ θάρρι να παιζάτσου για να μι ννιάει ετήνα. Έντανη τα βοά με’κιάτσε το φιλότιμο τσαί παιζάκα για σ’ετήνα, αλλά ό ‘μα ννιουρίζου πφου ννιέ φαγκήστε α τέχρα μι με τα ντιλιβίρα. Το μόννιου πφι έννι ννιουρίζου ένι ότσι μ’απολείτσε κχάμποσοι ασκάε τσαί ένα τασιούλα πετιμέζι.
Ννία αργακινά όπφουρ έμα έχου κχαμπαηστέ τα χκηνά κάτου τθο γιαλέ, ανάμεσα τθου βράχοι με του πρεσσοί κόλποι, οπά πφι το τσύμα έκι αγκαλιάζουντα τα στερία, τα πρεσσά σπήα…όπφουρ επέκα έμα έχου κχαμπαηστε τα χκηνά για να αρμηρήσωει, οράκα έτανη ταν πανέμορφο θάασσα τσαί ννιε λιγουρέμα. Αχταρία να ασπηδήου τάσου ταν αγκαλία σι να δροσιστού.Έκι Άγουστε μήνα . Αναπαύα τα χκηνά λίγο παρατάνου από το βράχο, ανάμεσα σε δύου γκρενίλε τσαί ανάκοντα τθο μονοπάκι πφι έμα έχου παρτέ για το καμπάϊσμα.
Υγεία τςαί αγάκη Θιλενάδε τσαί θίλοι τσαί να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου …….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………..
Εγώ είχα μια φλογέρα, αλλά δεν είχα αρκετό θάρρος να παίξω για να με ακούσει εκείνη. Εκείνη τη φορά, μ’ έπιασε το φιλότιμο και έπαιξα για κείνη, αλλά δεν ήξερα πώς της φάνηκε η τέχνη μου με τη φλογέρα. Το μόνο που γνωρίζω είναι ότι μου έστειλε κάμποσα σύκα (αποξηραμένα) και ένα κύπελλο πετιμέζι . Ένα βράδυ, όπως είχα κατεβάσει τα γίδια κάτω στο γιαλό, ανάμεσα στα βράχια με τους πολλούς κόλπους, εκεί που το κύμα αγκαλιάζει την στεριά. τις πολλές σπηλιές,…όπως είπα είχα κατεβάσει τα γίδια για να αλμυρίσουν είδα εκείνη την πανέμορφη θάλασσα και την λιγουρεύτηκα. Λαχτάρησα να πηδήξω μέσα στην αγκαλιά της να δροσιστώ. Ήταν Αύγουστος μήνας. Ανάπαυσα τα γίδια λίγο πιο πάνω από το βράχο, ανάμεσα σε δυο γκρεμούς και κοντά στο μονοπάτι που είχα πάρει όταν κατέβαινα…
Υγεία και αγάπη φιλενάδες και φίλοι και να μιλάμε τη γλώσσα μας.
…………ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ …..