……….ΜΑΡΝΕΡΕΙΟΝ ΙΔΡΥΜΑ………..Μεταξού.
Σάμπα τσαί Τσιουρακά 25-26 του Σετθέμπρη 2026: ΑΤσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη # 256: Όννειρε τθο τσύμα #6
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πανο Μαρνέρη.
Οι μόνοι αντίζηλοι μι ήγκιαει οι αγροφυλάτσοι ούγοιοι με τα πρόφαση ότσι ήγκιαει φυάτθουντε τα περιβόλια του κόσμου, ήγκιαει πάντα ζαλέγκουντε για του ννιαυτοί σου τα καλύτερα. Έντεοι πράματις ήγκιαει οι ατςhοί παραπάρηδε μι τσαί ου ‘γκιαει θέντε το καλέ μι. Το λημέρι μι έκι αψεούτερα, πιο αλάργα από τουρ ελίε τσαί τουρ αμπέλοι.Οπά ανάμεσα σε δύου ρυάτζα τσαί τςhεί σhινοκορφέ, ένα τόπο γιομάτε θάμνοι με ροδαμό, χόντα τσαί χαμόκλαρα έμα νέμου τα χκηνά του μοναστσηρίου. Έμα παραϋζέ. Ο μεστέ μι έκι πέντε δραχουμέ το μήνα πφι αργούτετα ενάτθε έξε. Παρατάνου από το μεστέ μι, μι ήγκιαει δίντε φαςτσίε για τσαρούχια, τσαί μπόλικο άντε νή κίτθε όπφου σι ήγκιαει αποκαούντε οι Καογέροι.
Ο μόνε πφι έμα ανταμούκχου συνέχεια, άμα έμα κχαμπαίνου χαμεά, έκι ο τσύρ Μόσχο, ένα μιτσή άρχοντα τσαί πρεσσιού ιδιότροπο.
Έντενη ννι έμα ανταμούκχου πάσα βοά πφι έμα κχαμπαίνου.
Ανέ ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου θιλενάδε τσαί θίλοι ένι χρίε νάμου.
……..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……..
Οι μόνοι αντίζηλοί μου ήταν οι αγροφύλακες, οι οποίοι με την πρόφαση ότι φύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου διάλεγαν για τους εαυτούς τους τα καλύτερα. Αυτοί πραγματικά ήταν οι μεγάλοι ανταγωνιστές μου και δεν ήθελαν το καλό μου. Το λημέρι μου ήταν υψηλότερα, πιο μακριά από τις ελιές και τα αμπέλια, εκεί ανάμεσα σε δύο ρέματα και τρείς βουνοκορφές. Ένας τόπος γεμάτος θάμνους με ροδάμι, χόρτα και χαμόκλαδα βοσκούσα τα γίδια του μοναστηριού. Ήμουν παραγυιός. Ο μισθός μου ήταν 5 δρχ το μήνα που αργότερα έγινε έξι. Πάνω από το μισθό, μου έδιναν τις φασκές για τσαρούχια και μπόλικο ψωμί ή πίτες όπως τις αποκαλούσαν οι καλόγεροι.
Ο μόνος που αντάμωνα συνέχεια όταν κατέβαινα χαμηλά, ήτανε ο κυρ Μόσχος ένας μικρός άρχοντας και πολύ ιδιότροπος. Αυτόν τον αντάμωνα κάθε φορά που κατέβαινα
Να μιλάμε τη γλώσσα μας φιλενάδες και φίλοι, είναι χρέος μας.
……..ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………