………………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ……Πολυξένη.
Τσιουρακά τσαί Δέφτερα 13-14 του Σετθέμπρη 2026: Παπαδιαμάντη #251: Όννειρε τθο τσύμα #1
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Έμα ένα φτωχό τςhοπανόπουλε τάνου τθου σhίνοι, δεκαοχτώ χρονού τσαί ακόννη ο ‘μα ννιουρίζου το αλφαβητάρι. Δίχως κά, κά να ννι ννιουρίζου έμα φτυχιστέ . Τα τελευταία βοά πφι έμα πρεσσιού φτυχιστέ έκι το 187……. Έμα νέο τσαί ωραίο, τσαί έμα ορού τα πρώιμα ηλιοδατά σhούκχα μι να γυαλίζει τθα ρυάτζα τσαί τθου βρύσε,ακόννη έμα γυμνάζου το αψελέ τσαί βλύγιστε κορμό μι με το να δραννήντου τάνου τθου βράχοι τσαί τθου σhίνοι.
Το χειμωννικό, πφι ετσινήτσε αμέσως μετά, μ ‘άτζε κοντά σι ο γέρου πάτερ Σισώη νή Σισώννη, όπφου ννι ήγκιαει ονομακίχουντε οι συχωριανοί μι, τσαί με μαθήτσε γράμματα. Παλιά έκι δάσκαλε τσαί ως τα τελευταία σι όλοι ννι ήγκιαει αποκαλούνε δάσκαλε….
Τθου χρόνου ταρ επανάσταση έκι Καόγερε τσαί διάκονε.
Αγαπήτσε ννία Τουρκοπούα, ννιε κρεβε από ένα χαρέμι τα Σμύρνη τσαί αφού ννιέ βαφκίε ννιε στεφανούτθε.
…Ννιλήνετε τα γρούσσα νάμου ένι το χρίε νάμου.
………….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ….
Ήμουν ένα φτωχό τσοπανόπουλο πάνω στα βουνά, 18 ετών και ακόμη δεν γνώριζα την αλφαβήτα. Δίχως καλά, καλά να το γνωρίζω ήμουν ευτυχισμένος. Την τελευταία φορά που ήμουν πολύ ευτυχισμένος ήτανε το 187….. και κάτι. Ήμουν νέος και ωραίος και έβλεπα τα πρώιμα ηλιοκαμένα μου μούτρα να γυαλίζουν στα ρυάκια και στις βρύσες, ακόμη γύμναζα το υψηλό και ευλύγιστο κορμί μου, με το να τρέχω απάνω στα βράχια και στα βουνά. Το χειμώνα που ξεκίνησε αμέσως μετά, με πήρε κοντά του ο γέρος πάτερ Σισώης ή Σισώνης, όπως τον ονόμαζαν οι συγχωριανοί μας και μου έμαθε γράμματα. Παλιά ήταν δάσκαλος και ως τα τελευταία του όλοι τον αποκαλούσαν δάσκαλο. Τα χρόνια της επανάστασης ήταν καλόγερος και διάκονος. Αγάπησε μια Τουρκοπούλα, την έκλεψε από ένα χαρέμι της Σμύρνης, και αφού την βάφτισε την παντρεύτηκε.
….Μιλάτε την γλώσσα μας είναι το χρέος μας…
…….ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ……..