…………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……..Ματίνα.
Πέφτα τσαί Παράστσι 30 – 31 του Αουνάρη 2026 : Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #245: Ο βασιλικό τςhούα #4
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Α πορεία νάμου έκι λίγο αψεούτερα από το δεντρικό, τθα πλάγια του σhίνα. Τό μαγικού έτενη τςhούα, έμα συνεχίζου να ννι ορήνου. Μ’ έκι γοητέγγου τσαί μ’έκι καού σάματσι έκι έχου ψιούχα, σιάτη παρθένα του σhίνα. Α πορεία έκι έχα πρεσσοί στροφέ. Αγροϊστέ όπφουρ έμα έμα πάντα ξοικάζου προς το μαγικό δεντρικό, ούγοιε ννι έμα χάνου ως να ννι ματαοράου τθαν άβα στροφή. Από μακρύα έκι οννοιάζουντα σα λυγερά Χάριτα τσαί από κοντά, μεστά βαϋθούχωρε νεράιδα.
Όα τα ννιούτθα έμα οννειρεγκούμενε το πανώριε δεντρικό. Τα συνταχινά έτανη ταρ Αμπρία, πφι ο μιτσή Άγιε έκι μοσκοννυρίζου από του δάφνε τσαί τα λιβανίσματα τσαί α μιτσά καμπάνα έκι ντία χαρούμενα από τα καμπτζία,ο δε παπά έκι ψάλλου το «Ανάστα ο Θεό» τσαί έκι ραίνου του πιστοί με ροδοπέταα, λίγο μπρού ξαπολεί ο Άγιε, εζού ενάμα άφαντε…
Θιλενάδε τσαί θίλοι να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου, ένι το χρίε νάμου . ……..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…….
Ο δρόμος μας ήταν λίγο υψηλότερα από το δέντρο. στα πλάγια του βουνού . Την μαγική εκείνη βελανιδιά συνέχιζα να την βλέπω. Με γοήτευε και με καλούσε, λες και είχε ψυχή, κορίτσι παρθένο του βουνού. Ο δρόμος είχε πολλές στροφές. Καβάλα όπως ήμουν, πάντα κοίταζα προς το μαγικό δέντρο, το οποίο το έχανα για να το ξαναδώ στην άλλη στροφή. Από μακριά έμοιαζε σαν λυγερή Χάριτα κι από κοντά μεστή βαθύχλωρη νεράιδα. Όλη τη νύχτα ονειρευόμουν το πανώριο δέντρο. Το πρωινό εκείνο της Λαμπρής, που η μικρή εκκλησία μοσχομύριζε από τις δάφνες και τα λιβανίσματα και η μικρή καμπάνα χτυπούσε χαρούμενα από τα παιδιά, ο δε παππάς έψαλλε το «Ανάστα ο θεός» και έραινε τους πιστούς με ροδοπέταλα, λίγο πριν τελειώσει η λειτουργία εγώ έγινε άφαντος..
φιλενάδες και φίλοι να μιλάμε τη γλώσσα μας είναι το χρέος μας
………..ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………