………….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….
Πέφτα τσαί Παράστσι 25-26 του Σερικχή 2026: Α Τσακωνοπαρέα
Παπαδιαμάντη #229: Α Χολεριαστά #8
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Ήγκιαει αλέστα να φύτσωει. —Θα μόλου τσαί εζού όκια τσαι να ζάτε, επέκα, τσαί εντούκα τα κόψη τα χερή μι τθα πάμα μι.
—Έτζε να φέρερε το καμπτζί, πέτσε ο άτςhωπό μι.
—Έα να ζάμε παρέα, ννι απογήμα.
Ο Λευτέρη τσινήτσε να κχραςhίντει τα τσιουφά σι, ο δε αμαξά έκι φερίκχου δυσκολίε. . Συφωνέκαμε για τςhεί αντροίποι τσαί το καμπτζιούλι τέσσερι, τσαί έδαρη έμε γινουμένει έξε, Ο θα χωρέτε τθα καρότσα. Ο γαμπρέ μι ννιε μποίτσε νόημα, σα να ννι έκι αού:
«»Μη κχράντερε … όσοι έμε…θα έμε…»
Τότθε μπαλήκα τα δέκα σβάτζικα ( δραχουμέ) πφι μ’έκι έχου ξεριστέ ο γείτονα ο Μικέλη από το παναϊθούρι τσαί πέκα ννι : — Ορή θα ντι δού τσαί τα δέκα αλλά να μ’ άρερε τς’εννίου. Σαν εννιάτσε το κουδούνισμα από το παρά ο αμαξά με ζυγούτσε. Λησμονέτσε το ότσι έμα χολεριαστά.Μπαλήκα το παρά τσαί τσινήκα το μέτςhημα…..
Να κιμήνουμε, να αγαπήνουμε τσαί να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου.
………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……..
Ήταν έτοιμοι να φύγουν. —Θα έρθω και εγώ, όπου και να πάτε. είπα, και χτύπησα την κόψη του χεριού μου στην παλάμη μου. —Πήγαινε να φέρεις το παιδί, μου είπε ο άντρας μου. —Έλα να πάμε παρέα, του απάντησα. Ο Λευτέρης άρχισε να ξύνει το κεφάλι του, ο δε αμαξάς έφερνε δυσκολίες. —Συμφωνήσαμε για τρεις ανθρώπους και το παιδάκι τέσσερους και τώρα γινόμαστε έξι, δεν θα χωρέσουμε στην καρότσα. Ο γαμπρός μου του έκανε νόημα, σαν νά του έλεγε:
«Μην χολοσκάς, όσοι είμαστε…θα είμαστε… Τότε έβγαλα τα δέκα σβάτζικα (δραχμές) που μου είχε ρίξει ο γείτονας Μικέλης από το παράθυρο και του είπα: —Να θα σου δώσω και τα δέκα αλλά να με πάρεις και μένα. Σαν άκουσε το κουδούνισμα από τον παρά ο αμαξάς με πλησίασε. Ξέχασε το ότι ήμουν χολεριασμένη. Έβγαλα το χρήμα και ξεκίνησα το μέτρημα.
Να τιμάμε να αγαπάμε και να μιλάμε τη γλώσσα μας…
………..ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….