ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ

Τσακώνικα με τον Πάνο


…………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…..Αγάπη
Παράστσι τσαί Σάμπα 19-20 του Σερικχή 2026: Α Τσακωνοπαρεα.
Παπαδιαμάντη #226: Α Χολεριαστά #5
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη…

«Ερηννία τθα γειτοννία. Ο κόσμο όλε φυτθέ. Οι πόρου όλοι αμπαρουτοί. Πανναϊθούρια μανταλουτά. Ψιούχα ο ‘κι δενάχα τθο γυούρε.Εζάκα λίγο πάρα πέρε.Έμα ννιουρίζα ότσι λίγο παρακάτου έκι ννία βρύση. Εσούκα . Οι γούνοι μι να κοφτούνει , ίσια ίσια πφι έμα στέκα ορθά. Αννοία τα κάνουλα. Δέσποινα σούσε…. Κχιαούα ύο..
Σιουρτά εζάκα λίγο πάρα πέρε.. Ούτε πφι έννι θυννηκχουμένα αν έμα έχα τσαί το σιατέρι μι μαζί.»
Ογή σταμακίε ταν ιστόριση, γιατσί έκι παλαίγκα να θυννητθεί. Θυννήτθε τσαί συνεχίε: «Όχι,όχι ο ‘μα έχα ννι παρτέ μαζί μι. Έμα μπαητά τάτσου για λίγο,πρώκιου για να ερέσου λίγο βατσιούλι τσαί δέφκιεριου με ταν ολπίδα μπάτσε έμα ορούα γκάνα γνώριμο να ννι ρωτίου άμα τσαί έκι έχου νη έχα ορατέ τον άτςhωπό μι. Το δίχως άλλιου έμα έχα σκοπό να γυουρίσου ογλήγορα τθο κονακούλι μι.»

Θιλενάδε τσαί θίλοι υγεία τσαί να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου .
………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ….

Ερημιά στη γειτονιά. Ο κόσμος όλος φευγάτος. Οι πόρτες όλες αμπαρωμένες. Παράθυρα μανταλωμένα. Ψυχή δεν φαινόταν στα γύρω. Πήγα λίγο παραπέρα. Γνώριζα πως λίγο παρακάτω ήταν μία βρύση. Έφτασα. Τα γόνατα μου να κοπούν, ίσια, ίσια που στεκόμουν όρθια. Άνοιξα την κάνουλα, Παναγία σώσε…. Στάλα νερό. Συρτά πήγα λίγο παραπέρα. Ούτε που θυμάμαι αν είχα πάρει το κορίτσι μου μαζί» Εδώ σταμάτησε η αφήγηση, γιατί προσπαθούσε να θυμηθεί. Θυμήθηκε και συνέχισε…»όχι όχι δεν την είχα πάρει μαζί μου. Είχα βγει έξω για λίγο, πρώτο για να βρώ λίγο νερό και δεύτερο με την ελπίδα μήπως έβλεπα κανένα γνώριμο να τον ρωτήσω άμα και είχε δεί τον άντρα μου.Το δίχως άλλο είχα σκοπό να γυρίσω γρήγορα σπιτάκι μου.
Φιλενάδες και φίλοι υγεία και να μιλάμε τη γλώσσα μας
………….ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…….