……………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………
Τίτιντα τσαί Πέφτα 20-21 του Αμάη2026: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #212: Το θάμα τα Τσαισιαριαννή #5
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη…..
—Κίνου ένι, ννι απογήμα, όγω του ότσι ένι άρρωστε..
Ενέτζε νάμου ένα μπρίτσι γιομάκιου γά. Ο Λευτέρη έκι βουκχιάχου τον άντε τάσου το γά, έκι ματθάντου του γουλίε τσαί έκι ρουφού το γά. Εζού έμα τςhούα άντε τς’ελήε.
Α τςhoπάνα σαν οράτσε ότσι ο άντε πφι έμαει τσhούντε έκι μπαγιάτσιχο, εζάτσε τσαί ενέτζε νάμου ννία φρεσκοφτατά πακοκολιούρα τσαί εδούτσε μι ‘ννι. —Ο’κι ανάτζη, πέκα ννι, τσαί ταν ιίδε στιγμή έμα βάνα τα κολιούρα τθο ταγάρι μι . Ο δε άτςhωπό σι ενέτζε νάμου δύου σβώλοι χωρέ ακιστέ άρτουμα.—Ορή άρε ννι σιάτη μι να φάτε ταχία, πέτσε μι. Ταχία πφί θα έχουμε τσαί βάνοι τθα σιούγα περάτε να ννι μου δούμε γκαννιά ίςhα.. Εζού μπαλήκα κάτσι πεντάρε πφι μι ήγκιαει απαραματοί για ρέστα τσαί ννι επέκα να κχοντούει ότσι έκι Θέου για το άρτουμα. Ετήνε ‘τήβε τα χέρα μι προς τα κίσου με ταν ανάποδε τα χερή σι τσαί με πέτσε:….
Να κιμήνουμε τα γρούσσα νάμου με το να ννι ννιλήνουμε.
……….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…….
Πίνει, της απάντησα,λόγω του ότι είναι άρρωστος.
Μας έφερε ένα μπρίκι γεμάτο γάλα. Ο Λευτέρης βούταγε το ψωμί του στο γάλα, μάσαγε τις μπουκιές του ψωμιού και ρούφαγε το γάλα.
Εγώ έτρωγα ψωμί κι ελιές. Η τσοπάνα σαν είδε πως το ψωμί ήταν μπαγιάτικο, πήγε και μας έφερε μία φρεσκοψημένη πλακόπιτα και μας την έδωσε. Δεν ήταν ανάγκη της είπα και την ίδια στιγμή έβαζα την πίτα στο ταγάρι μου. Ο δε άντρας της μας έφερε δύο σβώλους χλωρό αλατισμένο τυρί. —Να πάρτο κορίτσι μου να φάτε αύριο μου είπε. Αύριο πού θα έχουμε και αρνιά στη σούβλα, περάστε να σας δώσουμε καμιά πλάτη. Εγώ έβγαλα κάτι πεντάρες που μου είχαν απομείνει για ρέστα και του είπα να κρατήσει ότι ήθελε για το τυρί. Εκείνος μου έσπρωξετο χέρι προς τα πίσω με την ανάποδη του χεριού του και μου είπε:…..
Να τιμούμε την γλώσσα μας με το να την μιλούμε…..
……….ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ………