………….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………….Νιχάλη.
Τίτιντα τσαί Πέφτα 6-7 του Αμάη 2026: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #206: Πιτρόπισα #6.
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα απο τον Πάνο Μαρνέρη.
—θα ννι ποίουμε εννεί να ποίννει, θα ννι βάλουμε τσαί στάμπα.
Α γουναίκα συμμορφούτθε. Οι παπάδε στραβομουτσουννιάνει, αλλά ούτε πρεσσά βιβλία ήγκιαει έχουντε, ούτε μορφουτοί ήγκιαει.
Ο ‘ρέκαει κχίπτα απαγορευκικό. Ένα πφι ο’κι ούτε ιδάσκαλε μαειδέ παπά επέτσε:— Αφού έτρου έκι ο άγραφτε νόμο, έτρου άκια να ναϊθεί. Α μάτη ποτέ ό κι θα βαρυγνωννίσει τσαί ο ‘κι θα ποτσούει με κατάρε τον χηρευτέ γαμπρέ σι επειδή εκάνε τθαν ανάτζη να ματαστεφανουϊθεί…Αλλά από ταν άβα μερία, ποτέ ο ‘κι θα ζάει τθο γάμο τσαί ούτε έκι θα περάει από τον εμαλέ σι να σι στεφανούει…Αλλά σε κχάμποσε καρθί ο ‘νι δαίσουντα σι .
Απέ περάτσε κάμποσε τσαιρέ σκωρέτθε τσαί α δεύτερε γουναίκα του καπετάν Πανάγου. Ο γουναίκα γρία τσαί μαρμάρα έκι χρόνου φιλάστενε τσαί σκωρέτθε.
Υγεία τσαί να α ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου. Ένι χρίε νάμου.
…………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…………
Θα το κάνουμε εμείς να κάνει, θα του βάλουμε και σφραγίδα. Η γυναίκα συμμορφώθηκε, οι παπάδες στράβωσαν τα μούτρα τους, αλλά ούτε πολλά βιβλία είχαν, ούτε μορφωμένοι και δεν βρήκαν πουθενά απαγορευτικό. Ένας, που ούτε δάσκαλος μήτε παππάς ήταν, είπε: Αφού έτσι ήταν ο άγραφος νόμος, έτσι έπρεπε να γίνει.
Η μάνα ποτέ δεν θα βαριογνωμούσε και δεν θα φόρτωνε με κατάρες των χηρεμένο γαμπρό της, επειδή ήρθε στην ανάγκη να ξαναπαντρευτεί, αλλά από την άλλη μεριά ποτέ δεν θα πήγαινε στο γάμο και ούτε θα περνούσε από το μυαλό της να τους στεφανώσει, αλλά σε μερικές, καρφί δεν τους καίγεται. Μετά από κάμποσο καιρό πέθανε και η δεύτερη γυναίκα του καπετάν Πανάγου. Η γυναίκα γριά και στείρα, ήταν χρόνια φιλάσθενη και πεθάνε….
Υγεία και να μιλάμε την γλώσσα μας. Είναι χρέος μας.
…….ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……..