………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………Μιχάλης
Δέφτερα τσαί Τςhίτα 9–10 του Μάτζη 2026:Παπαδιαμάντη #190: Ννία ψιούχα #13: Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη
Ετσύβε να φρογκίσει το καγκήλι. Τότθε α πεταλούδα ζυγούτσε το τθούμα τα κχαροδατά μάτη, τουρ εψιλοί σι τσαί τουρ αβουτάνε σι τσαί απέ ενέτζε τςhεί στροφε γυούρε από το λαιμό σι. Α μάτη τότθε δούτσε τα χεία σι γιατσί κιστήστε ότσι α ψιούχα, (πεταλούδα) άκια να ννι θιλεί. Του κάκου όμως α πεταλούδα φοζάτθε τς’εφύτζε.
Ένταοι όα σ’έκι ιστορούα αργούτερα σε παρέε από γουναίτσε τσαί ατςhοίποι. Εννεί απλά έμε γράφουντε έταοι πφι εννιάκαμε.
—Μη φύνερε, μη φύνερε! μουρμουρίε α έρμο μάτη. Α πεταλούδα ούγοιε έκι αλαργευτά κοντά ννία οργία, γυουρίε (ακίστευτε)τσαί γκίτσε από το αούλι του ποκηρίου. Α Φροσύνη ο κχοντούτθε έκι θέα μάρτυρα για να κιστεί έταοι πφι έκι ορούα. Φωνηάε τότθε ταν αϊθά σι. — Μαρίνα, Μαρίνα! έα ογή… Α Μαρίνα σούτσε ανταριαστά ρωτούα ννι.— Τσι ένι τςhάχουντα, τσι έσι θέα;.
Χρίε νάμου να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου θιλενάδε τσαί θίλοι.
………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….
Έσκυψε να φροντίσει το καντήλι. Τότε η πεταλούδα πλησίασε το στόμα της χαροκαμένης μάνας, τα μάτια της και τα αυτιά της και μετά έφερε τρείς στροφές γύρω από το λαιμό της. Η μάνα τότε πρόσφερε τα χείλη της, γιατί πίστεψε ότι η ψυχή, (πεταλούδα) θα την φιλούσε. Μάταια όμως η πεταλούδα φοβήθηκε και έφυγε.
Αυτά όλα τα ιστορούσε αργότερα σε παρέες από γυναίκες και άντρες, εμείς απλά γράφουμε αυτά που ακούσαμε.
—Μη φεύγεις, μη φεύγεις! μουρμούρισε η έρημη μητέρα.
Η πεταλούδα, η οποία είχε απομακρυνθεί περίπου μία οργιά επέστρεψε, (απίστευτο) και ήπιε από το λαδάκι του ποτηριού.
Η Φροσύνη δεν κρατήθηκε ήθελε μάρτυρα για να πιστέψει αυτά που έβλεπε. Φώναξε τότε την αδελφή της: Μαρίνα, Μαρίνα! έλα εδώ…
Η Μαρίνα έφτασε ανάστατη και την ρώτησε :Τι τρέχει; Τι θέλεις;
Χρέος μας να μιλάμε την γλώσσα μας φιλενάδες και φίλοι.
………..ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……..