ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ

Τσακώνικα με τον Πάνο

………….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….Αναστασία
Τςhίτα τσαί Τίτιντα 3-4 του Μάτζη 2026: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #188: Ννία ψιούχα #11. Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.

Α Φροσύνη αραμάτσε σύξυλε να ξοικάζει τα φλόγα του καγκηλίου. Α πεταλούδα βέβαια ο δάτσε γιατσί άκια να ννι έκι ορούα. Τσαί όμως , ενάτθε άφαντε. Τσι τάχα ενάτθε; Κια να ζάτσε;
Α έρμο μάτη έκι στέκα όρπα ορθά για ένα τέταρτε. Ο ατσhέ σι υζέ ποψιάστε ότσι α μάτη σι έκι τάσου τθο μιτσί χούρισμα τσαί έκι βούα.
Έκι δενατέ να βάλει του κουητοί (τσαί να ννι χάει ταν ησυχία σι)
Ετσήβε λοιπόνου τθον πόρε με τα νυχκικά σι. — Μα τσι έσι ποία οπά; Ννιε ‘πέτσε. —Τσίπτα καμπτζί μι, απογήτθε,τσαί μπαήτσε από το χούρισμα αφού κλείτσε κίσου σι τον πόρε τσαί μουρμούρισμα τον ννιαυτέ σι.
— Αχ ψιουχάϊθι μι χολιατέ… Έκι έχα τθον εμαλέ σι ο,τσι α πεταλούδα έκι α ψιούχα τα σιατερή σι.
Τα δέφτερε ν αμέρα ματαζάτσε τθο χούρισμα αφού οι συτζενήδε σι φύγκαει… Οράτσε κίσου τα πεταλούδα…..
Ανέ ννιλήνουμε τα γρούσσα τσαί να έχουμε υγεία θιλενάδε τσαί θίλοι.
……….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ…….

Η Φροσύνη έμεινε σύξυλη, να κοιτάζει την φλόγα του καντηλιού.
Η πεταλούδα βέβαια δεν κάηκε, γιατί θα την έβλεπε και όμως έγινε άφαντη. Τι τάχα έγινε; που να πήγε; Η έρημη μητέρα στεκόταν όρθια για ένα τέταρτο της ώρας. Ο μεγάλος της γιος υποψιάστηκε ότι η μητέρα του ήτανε μέσα στο μικρό δωμάτιο και έκλαιγε. Ήταν δυνατόν να βάλει τις κραυγές και να του χαλάσει την ησυχία του. Παρουσιάστηκε λοιπόν στην πόρτα με τα νυχτικά του. —Μάνα τι κάνεις εκεί; της είπε. —Τίποτα παιδί μου αποκρίθηκε και βγήκε από το δωμάτιο αφού έκλεισε πίσω της την πόρτα μουρμουρίζοντας στον εαυτό της. Αααχ ψυχούλα μου παραπονεμένη…..Είχε στο μυαλό της ότι η πεταλούδα, ήταν η ψυχή της κόρης της. Την δεύτερη μέρα πήγε πάλι στο δωμάτιο αφού οι συγγενείς της έφυγαν….
Είδε ξανά την πεταλούδα…….
Να μιλάμε την γλώσσα μας και να έχουμε υγεία φιλενάδες και φίλοι.
……..ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….