………. ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….Σοφία
Δέφτερα τσαί Τςhίτα 2-3 του Φλεβάρη 2026: Α Τσακωνοπαρέα Παπαδιαμάντη #178:Ννία ψιούχα#1
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη
«Ννι αποφασίε ο γιατρέ», με πέτσε μ’ένα αναθιλητέ, πφι έκι ννιούμενε πιό χλιφτά τσαί από τον ατςhίτερε ψυχικό πόνε, ο δεκαεξάχρονε νέο.
Έκι τα μισά του Αμάη το 188…. Ο ήλιε έκι δαίσου τον πέτςhε τσαί κατά του τέσσερι, ύστερα από το μισαμέρι μπαήκα τάτσου τσαί έμα ξοικάζου να δροσιστού κάτου από ταν απότσια τα θεριακουτά λεύκα, πφί έκι αποτσιάζα ταν έμισε στενά πλατεία..
Οπά οράκα τον Μήτρο προσπερού τσαί ννιε βαλήκα ννία φωνά.
Σαν εζυγούτσε, χουρίς να ννι ξοικάζου, ρωτήκα ννι.Τσι νεούτερε για ταν άρρωστε; Με απογήτθε με τον απογημό πφι ανανέγκα. Εζού δε ψιθυρία, τον ννιαυτέ μι σαν μην ο ‘μα καταβαίνου έταοι τα όγια:
«Ννι αποφασίε ο γιατρέ» τσαί απέ ννι απογήμα δίχως να ννι κατάβου.
—Ο γιατρέ ένι έχου το χάρισμα να γιατρέμπτζει..
Ανέ έχουμε υγεία τσαί να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου.
………ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….
«Το αποφάσισε ο γιατρός», μου είπε με ένα αναφιλητό που ακουγόταν πιο θλιμμένο και πιο θλιβερό κι από τον μεγαλύτερο Ψυχικό πόνο, Ο δεκαεξάχρονος νέος. Ήταν τα μισά του Μαΐου το 188…… ο ήλιος έκαιγε την πέτρα και κατά τις τέσσερις μετά το μεσημέρι βγήκα έξω και κοίταζα να δροσιστώ κάτω από την σκιά της τεράστιας λεύκας, που σκίαζε την μισή πλατεία. Εκεί είδα τον Μήτρο να προσπερνά και του έβαλα μία φωνή. Σαν επλησίασε, χωρίς να τον κοιτάζω τον ρώτησα: —Τι είναι τα νεότερα για την άρρωστη; Μου
αποκρίθηκε με την απάντηση που ανέφερα… Εγώ δε ψιθύρισα στον εαυτό μου σαν να μην καταλάβαινα εκείνα τα λόγια: «Την αποφάσισε ο γιατρός» και του απάντησα δίχως να τον καταλάβω.— Ο γιατρός έχει την χάρη να γιατρεύει…….
Να έχουμε υγεία και να μιλάμε την γλώσσα μας .
………ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………..