………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……..Ματίνα .
Παράστσι τσαί Σάμπα 13–14 του Σερικχή 2025: Α Τσακωνοπαρέα .
Παπαδιαμάντη #103:τύχη από ταν Αμεριτσή #4.
Διασκευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Όλοι ήγκιαει γκριννιάζουντε, αλλά γκανένα ο ‘κι Θέου να μάϊθει τα τέχρα. Μόννιου ένα γεράκο, τάνου από εξήντα, ο τσείε ο Μήτρο ο Τσουμπό εκχαράε να ννι μάϊθει. Έκι όμως κιουφτέ τσαί οκνέ από τα νειάτα σι τσαί ότσι έκι μαθαίνου ννι έκι λησμονού μπρού να ννι μάϊθει, όπφουρ έκι αού τσαί Αριστοφάννη.
Έκι έχου τόσα πρεσσά ιδουλεία έντεοι του δύου μήνοι ο μάστρο
Στέφανε πφι αχάρατθε ως τ’αργά σκοτάϊδι ο ‘κι μπορού να φύτσει ούτε λεφτέ από το εργαστσήρι σι, μόννιου τα Τσιουρακά τα σύνταχα πφι έκι έγκου τον Άγιε τσαί απέ έκι περού πουρτέσε από το καφενείο.
Σαν έκι περού από το καφεννείε, έκι στέκου τθον πόρε τσαί εκι φωννηάντου τον Αντώννη, τον υζέ του καφετζή:
—Πάτερ Αβραάμ!…πέμψον Λάζαρον!…
Το «πέμψον Λάζαρον», έκι έγκουντα να αλεί: ένα ποκηράτσι ρακί το καουτσαίρι νή ρούμι το χειμωνικό. Ποτέ ό’κι κίνου πλέκιεριου…
Ανέ έχουμε υγεία τσαί ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου θιλενάδε τσαί θίλοι……….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………..
Και όλοι γκρίνιαζαν αλλά κανείς δεν ήθελε να μάθει την τέχνη. Μόνο ένας γέροντας πάνω από 60, ο θείος ο Μήτρος ο Τζουμπός, εζήτησε να την μάθει. Ήταν όμως οκνός και κοιμισμένος από τα νιάτα του και ότι μάθαινε, το ξεχνούσε πριν το μάθει. όπως έλεγε και ο Αριστοφάνης. Είχε τόσο πολύ δουλειά αυτούς τους δύο μήνες ο μάστρο Στέφανος που αξημέρωτα ως το βράδυ το σκοτάδι δεν μπορούσε να φύγει ούτε λεπτό από το εργαστήρι του. Μόνο την Κυριακή το πρωί που πήγαινε στην εκκλησία και μετά περνούσε μπροστά από το καφενείο. Σαν περνούσε μπροστά από το καφενείο καθόταν στην πόρτα και φώναζε τον Αντώνη τον γιο του καφετζή: «πάτερ Αβραάμ πέμπψον Λάζαρον» Το «πέμπψον Λάζαρον» εννοούσε ένα ποτηράκι ρακί το καλοκαίρι, η ρούμι το χειμώνα, ποτέ δεν έπινε περισσότερο…..
Να έχουμε υγεία και να μιλάμε την γλώσσα μας φιλενάδες και φίλοι.
………ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……….