…….ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ …….. Χρήστος
Τςhίτα τσαι Τίτιντα 22–23 του Απρίλη 2025: Α Τσακωνοπαρέα:
Παπαδιαμάντη #88:Α χήρα του Νεομάρτυρα #5
Διαστσευή τσαί γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη.
Τάνου σε δύου κούτσουρα γκιτθά τθο χώμα, εκατσάκαει οι δύου σου, ο ξένε ρασοφορεστέ τσαί ο τσείε ο Γιάνη ο Μουτζούρη. Ένα ακατέργαστε μάρμαρε ανάμεσα σου για τραπέζι.
—Το λοιπόν, τσινήσετε ο τσείε Γιάνη αφού γκίτσε ννία μπούκχα τσίπουρε,ννιουρίζου έσα τα γρία Χρύσα;
—Ννιουρία για λίγο τον άτςhωπο σι, επέτσε κάπφου κουμπουτέ ο ξένε. —Ποίε από όλοι; ρωτήτσε ο τσείε Γιάνη, γιατσί α μακαρίτση έκι στεφανουτά τςhεί βολέ.
—Το πρώτε τσαί τον καλύτερε, απογήτθε ο καόγερε… Ο Θεό Ανέ συχωρέει τα ψιούχα μι, έννι έχου πρεσσοί αμαρκίλε…
Α φωνά σι έκι ννιουμένα χολιατά. Αναστενάε βαθύα…
—Άλε μι τσι ένι τςhάχουντα παπά; Έννι περίεργο να μάθου, ματαπέτσε ο τσείε Γιάνη. —Άλε μι του όγου ντι πρώτε τσι έσι ννιουρίζου;… πέτσε ο ξένε γέρου….
……Χρήε νάμου, α γρούσσα νάμου . Ανέ έχουμε υγεία ……
………..……..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ……..
Πάνω σε δύο κούτσουρα μπηγμένα στο χώμα κάθισαν οι δυο τους, ο ξένος ρασοφορεμένος και ο θείος ο Γιάννης ο Μουντζούρης. Ένα ακατέργαστο μάρμαρο ανάμεσα τους για τραπέζι. —Το λοιπόν; ξεκίνησε ο θείος ο Γιάννης, αφού ήπιε μισό σταλιά τσίπουρο.
—Γνώρισες την γριά Χρυσή; —Γνώρισα για λίγο τον άντρα της, είπε κάπως κουμπωμένος ο ξένος.— Ποιον απ’ όλους; ρώτησε ο θείος ο Γιάννης, η μακαρίτισσα είχε παντρευτεί τρεις φορές…— Τον πρώτο και τον καλύτερο, αποκρίθηκε ο καλόγερος. οΟ Θεός ας συγχωρέσει την ψυχή μου, έχω πολλές αμαρτίες. Η φωνή του ακουγόταν λυπημένη. Αναστέναξε βαθιά. — Πες μου τι τρέχει; πάτερ είμαι περίεργος να μάθω; ξανά είπε ο θείος Γιάννη.
—Πες μου του λόγου σου πρώτα την γνωρίζεις είπε ο ξένος γέροντας.
……….Χρέος μας. η γλώσσα μας, να έχουμε την υγεία μας……..
………. ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ……..