………..ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ.,,…..
Δέφτερα τσαί Τςhίτα 21–22 του Οχτώμπρη 2024: Α Τσακωνοπαρέα.
Παπαδιαμάντη #39 :Α νοσταλγό #10.
Διαστευή τσαι γραφτέ τθα Τσακώνικα απο τον Πάνο Μαρνέρη..
—Όχι δά, απογήτθε ο νέο, μπίτι ο ακιστάμα, με ένταοι τα αφρούςhικα κουκία θ’ακισταθού;
Α Λιαλιώ έκι θέα όμως να βοηθεί τσαί απρούτσε τα χέρα σι να κιάσει το κουκί. Ο νέο έκι φερίκχου αντίσταση τσαί οι χέρε σου ακχουγκίαει α ννία ταν άβα.
—Έσι αούα για του διτσοί μι χέρε ότσι είννι ματσοί.. πέτσε παραπονευτά ο νέο…
—Τότθε έα να ποίουμε άρμενα (πανιά), όπφουρ ένι αούντα τσαί το τραγούϊδι πέτσε ννι παιχνιδάρικα α νέα γουναίκα.
—Με τσί; Αναρωτήτθε ο νέο…
Α Λιαλιώ δίχως να στσεφτεί έκι ξοικάζα το κατάλεκο φόρεμα σι.
Χαμογειάτσε, ακχουγκίε τσαί κατσάτσε κίσου τθα πρύμη…
Ήγκιαει τσιόατες σουστοί λίγο μακρύα τσαί το φεγγάρι μισουραννίε
ά δε θάασα έκι άϊ τσαί το αγέρι λειψανουτέ, πρεσσιού ήρεμο.
….Υγεία, αγάκη τσαι χαρά θιλεναλδε τσαι θίλοι.
….……ΕΜΕ ΝΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ …….
—Όχι δα, αποκρίθηκε ο νέος καθόλου δεν κουράστηκα, με αυτά τα ελαφριά κουπιά θα κουραστώ;
ή Λιαλιώ ήθελε όμως να βοηθήσει και άπλωσε το χέρι της να πιάσει το κουπί . Ο νέος έφερε αντίσταση και τα χέρια τους ακούμπησαν, το ένα το άλλο.. —Λες για τα δικά μου χέρια, πως είναι μαλακά (τρυφερά); είπε παραπονεμένα ο νέος… —Τότε έλα να κάνουμε πανιά, όπως λέει και το τραγούδι, είπε του παιχνιδιάρικα η νέα γυναίκα. —Με τι; αναρωτήθηκε ο νέος .
Η Λιαλιώ δίχως να σκεφτεί κοιτούσε το κατάλευκο φόρεμα της. Χαμογέλασε, ακούμπησε και κάθισε πίσω στην πρύμνη. Είχαν κιόλας φτάσει λίγο μακριά και το φεγγάρι μεσουρανούσε, η δε θάλασσα ήταν λάδι και το αγέρι λιγοστό, πολύ ήρεμο….
…..Υγεία, αγάπη και χαρά φιλενάδες και φίλοι ….
………..ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ……..