…………ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………. Σταματού.
Πέφτα τσαι Παράστσι 21–22 του Μάτζη 2024: Α Τσακωνοπαρέα .
Προξενηκή #12: του Παπαδιαμάντη.
Διαστσευή τσαι γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη .
Αμα ννι ήγκιαει καούντε σε γάμο νη σε χαρά ο Φιλάρετε λίγοι βολέ άκια να έκι έχου κέφια. Είτε ννι ήγκιαει καοπλερούκχουντε είτε όχι ούτε πφι ννι έκι μέουντα. Άμα ετήνε ο ‘κι έχου κέφια, ο ‘κι μέουντα ννι για τουρ άλλοι . Το κέφι ο ‘κι κχοντούκχου ννι ετήνε, έκειννι έκι κχοντούκχουντα ετήνε. Άμα έκι γιουρίζου από γλέγκι αμάτη σι ννι έκι αντεχουμένα, έκι ανάφα ταν ικχάρα τσαι ννι έκι φταίνα καφέ . Τότθε ετήνε όσε ακισταμό τσαί αν έκι έχου, έκι κιάνου το βιολί σι τσαι έκι τραγουδού με ντέρκι τσαι πάθος. Τότθε έκι τθα καλλίτερα σι, έκι τσελαηδού σαν αηδόννι διότσι ννι έκι ποίου για τον ννιαυτέ σι.
—Καμπτζί μι, ννι έκι αούα α έρμο μάτη σι, μη χαλίνισιου μοναχό ντι, ακιστατέ όπφουρ έσι, θα τθαήσερε του γειτόνοι. —Ανέ κιούψουει, έκι αού ο φιλάρετε. —Πφου να κιούψουει αφήνου σ’έσι; αούα ννι έκι αμάτη σι .—Ανέ άρωει υπνωτικά,ννι έκι απογηκχούμενε.
Ανέ έχουμε υγεία θιλενάδε τσαι θίλοι, αγάκη για τον άλλε τσαι να ννιλήνουμε τα γρούσσα νάμου……
………….ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ………..
Άμα τον καλούσαν σε γάμο ή σε χαρά, ο Φιλαρέτης σπάνια είχε κέφια. Είτε τον καλοπλήρωναν είτε όχι ούτε που τον ένοιαζε. Αμα αυτός δεν είχε κέφια δεν τον έμελλε για τους άλλους. Το κέφι δεν το κράταγε αυτός, εκείνο ε κράταγε αυτόν. Αφού γύριζε από το γλέντι, η μάνα του τον περίμενε, άναβε τη φωτιά και του έψηνε καφέ. Τότε εκείνος όσο κουρασμένος κι αν ήταν, έπιανε το βιολί του και τραγουδούσε με καημό και με πάθος. Τότε ήταν στα καλύτερα του, κελαηδούσε σαν αηδόνι, διότι το έκανε για τον εαυτό του. —Παιδί μου, του ‘λεγε η μάνα του, μη χαλιέσαι μοναχός σου κουρασμένος όπως είσαι, θα σηκώσεις τους γειτόνους. —Ας κοιμηθούν, έλεγε ο Φιλαρέτης.
—Πώς να κοιμηθούν, τους αφήνεις εσύ; έλεγε η μητέρα του.
—Ας πάρουν υπνωτικά, αποκρινόταν….
Να έχουμε υγεία φιλενάδες και φίλοι, αγάπη ο ένας για τον άλλον και να μιλάμε την γλώσσα μας…….ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ……..