ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ

Τσακώνικα με τον Πάνο

…………… ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ………Μαρία Αλεβάντη
Τίτιντα τσαι Πέφτα 15–16 του Νοέμπρη 2023 :Α Τσακωνοπαρέα.
Κουιτε #204 από το Βιβλίε «ΚΡΑΥΓΗ»
Διαστσευή τσαι γραφτέ τθα Τσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη .

Δρανήα να νι αλήου τθα μάτη μι. Έκι κακιούκχουντα. Οράκα τα καμπτζία οπά πφι σ’έμαει έχουντε αφητέ .— Κια ένι α μάτη; Ρωτήκα σι .«Α μα ένι αποσούκχα τον αφέγκη τθο νεκροταφείε» μ’ επέκαει ..
Έκι κχαμπαήχα σιούρα τον αφέγκη μι τάνου τθο μπέτσιμο .
«Ζάμε ζάμε να νι ερέσουμε» Άγκα ταν Ελπίδα αγκαλία τσαι ταν Αϊθηνά από τα χέρα τσαι τραβήαμε για το νεκροταφείε.Έκι καγκιουτέ για τα κά. Α μάτη μι έκι μπαϊλιαστά…
«Καμπτζιούλι μι κια να ζάμε έδαρη; Ζάμε τα τσέα. Κατσάτθε να νάρου τό μπέτσιμο… Αφήτσε τον αφέγκη μι χάμου, δίπα από το μνήμα πφι άκια να ανοίτσει, άγκαμε το μπέτσιμο τσαι φύγκαμε.
Α τσέα νάμου έκι δέσα. Έκι νία καλατζhούκα με τσίγκο . Μπάκαμε τάσου, στρούκαμε το έμισιου μπέτσιμο τθαν αγκωνή τσαι κυλίμαει με το άλλιου έμισιου για να μη καρδιάζουμε. Άγκα ταν Ελπίδα αγκαλία. Έκι κεινούα τσαι έκι βούα ασταμάτητα .
Ο νι ερικχούμενε τσίοτα χειρούτερε από το πόλεμο. Να έχουμε υγεία.
………..ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ……..
………
Έτρεξα να το πώ στη μητέρα μου. Νύχτωνε. Είδα τα παιδιά εκεί που τα είχαμε αφήσει. —Που είναι η μάνα; ρώτησα . Η μάνα πηγαίνει τον πατέρα στο νεκροταφείο μου είπαν. Κατέβαζε σέρνοντας πάνω σε μια κουβέρτα τον πατέρα μου. —Πάμε πάμε να την βρούμε. Πήρα την Ελπίδα αγκαλιά και την Αθηνά από το χέρι και τραβήξαμε για το νεκροταφείο. Είχε νυχτώσει για τα καλά.
Η μάνα μου κατακουρασμένη. Παιδάκι μου που να πάμε τώρα πάμε στο σπίτι, καθίστε να πάρω την κουβέρτα. Άφησωετον πατέρα μου κάτω δίπλα από το μνήμα που θα άνοιγε. Πήραμε την κουβέρτα και φύγαμε. Το σπίτι μας καιγόταν . Ήταν ένα υπόστεγο με τσίγκο. Μπήκαμε μέσα στρώσαμε την μισή κουβέρτα στη γωνία και τυλιχτήκαμε με την άλλη μισή για να μην κρυώνουμε. Πήρα την Ελπίδα αγκαλιά, πεινούσε και έκλαιγε ασταμάτητα ….
Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο του πολέμου . Να έχουμε υγεία .
………….ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ …….