ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ

Τσακώνικα με τον Πάνο

………ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ……….

Παράστσι τσαι Σάμπα 3–4 τουνΔετσέμπρη 2ο21: Α Τσακωνοπαρέα . 

Κουιτέ#14: από το βιβλίε…. ΚΡΑΥΓΗ……..

Διαστσευή τσαι γραφτέ τθαΤσακώνικα από τον Πάνο Μαρνέρη . 

Προχωρέκαμε αγκαζέ . Παρακάτου αφήκα τα καμπτζία μι τσαι εζάκα τα τσέα μι . Νι ερέκα αμπρουτά . Χατοί νία ζωά κόποι. 

Όπφουρ έμα παλαίγκα να πφουντέτσου ταν ικχάρα για να μην κιάσει τσαι α τσέα ταρ ανηψιά μι ΑφροδίτηΚαράγιωργα, το καμπτζί του Γυμνασιάρχα εσούτσε λαχανιαστέ τσαι με πέτσε.— Τσυρά Ελένη εκιού έσι παλαίγκα να πφουντέτσερε ταν ικχάρα τσαι απατζά τθου Καπή, όλοι οι ατςhοίποι είνι σκωτουτοί . Το καμπτζί  ατθαήε τα χέρα σι τσαι με δενάε κιά . Αρχινήα να δρανήντου σα ζουρλή. Κοντοστάμα γιατσί καταβήκα ότσι με ‘κι έχουντα παρτέ από κοντά το σιατέρη μι .

Νιε κιάκα από τα χέρα, τσαι σαν εσούκα τθο Γυμνάσιε οράκα το Γιώργο το Χάμψα. Μ’αγκαλιάε τσαι με πέτσε με βάμματα . 

Κακούργα Μάτη, γιατσί απολύτσερε το Τάκη τσαι νιε σκωτούκαει … 

—Γιατσι τα δικά ντι καμπτζία ο σε σκωτούκαει ; Ρωτήκα . 

— Ναι αλλά ο Τάκη έκι πρέπουντα να  ζεί…απογήτθε.

Εσούκα τθο πόρε του νεκροταφείου. Ήγκιαει τσιόατες έχουντε αποσουτέ σκωτουτοί. Σι ήγκιαει έχουντε μπετθέ.. 

Τθα σhοβά μι μερία  ήγκιαει μαζουτοί πρεσσοί γουναίτσε τσαι καμπτζία. 

Άγκα το μονοπάκι για το τόπο πφι ήγκιαει νατά τά φονικά . Ανταμούκα τέσσερι γουναίτσε να κουβαλήνωει σ’ένα μπέτσιμο το Σταύρο Κωστόπουλε τραυμακιστέ. Νιε ρωτήκα άμα τσαι οράτσε τον άτςhωπο μι τσαι τα καμπτζία μι . Γιουρίε τσαι με δενάε τα δίγα του Καπή. Ο ‘μαλέ μι εσαλεύε….

Α ούρα α κα θιλενάδε τσαι θίλοι,  υγεία τσαι αγάκη.. 

………..ΕΜΕ ΝΙΟΥΝΤΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ……….

…………. 

Προχωρήσαμε αγκαλιασμένες. Παρακάτω άφησα τα παιδιά μου και πήγα στο σπίτι μου. Το είδα μέσα στις φλόγες.  Χαμένοι μιάς ζωής κόποι ….Όπως προσπαθούσα να σβήσω τη φωτιά να μην πιάσει και το σπίτι της ανιψιάς μου Αφροδίτης Καράγιωργας, το παιδί του γυμνασιάρχη έφτασε λαχανιασμένο και μου είπε:—  Κυρά Ελένη εσύ προσπαθείς να σβήσεις την φωτιά και απέναντι στη ράχη του  Καπή όλοι οι άνδρες είναι σκοτωμένοι. Το παιδί σήκωσε το χέρι του και μου έδειξε προς τα που…. Αρχισα να τρέχω σαν τρελή. Κοντοστάθηκα γιατί κατάλαβα ότι με είχε πάρει από κοντά η κόρη μου. Της έπιασα το χέρι και σαν έφτασα στο γυμνάσιο είδα τον Γιώργο τον Χάμψα. 

Μ’ αγκάλιασε και μου είπε με κλάματα: Κακούργα μάννα γιατί έστειλες τον Τάκη και τον σκότωσαν; — Γιατί τα δικά σου παιδιά δεν τα σκότωσαν; ρώτησα. —Ναι αλλά τον Τάκη δεν έπρεπε, έπρεπε να ζήσει, απάντησε.  Έφτασα στην πόρτα του νεκροταφείου είχαν κιόλας φέρει αρκετούς και τους είχανε σκεπασμένους..  

Στην αριστερή μου μεριά ήταν μαζεμένες πολλές γυναίκες και παιδιά. Πήρα το μονοπάτι για τον τόπο των  φονικών.  Αντάμωσα τέσσερις γυναίκες που κουβαλούσαν σε μία κουβέρτα τον Σταύρο Κωστόπουλο, τραυματισμένο.  Τον ρώτησα άμα και είδε τον άντρα μου και τα παιδιά μου. Γύρισε και μου έδειξε την ράχη του Καπή. 

 Το μυαλό μου σάλεψε……..

Η ώρα η καλή φιλενάδες και φίλοι υγεία και αγάπη . 

………..ΜΙΛΑΜΕ ΤΣΑΚΩΝΙΚΑ ………….

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *